Τελευταια Νεα

6/recent/ticker-posts

Οι δικοί μας άνθρωποι, επαγγέλματα στη Σιάτιστα των αναμνήσεών μας «Ο τενεκετζής» (λευκοσιδηρουργός)

 
"Ο τενεκετζής" (λευκοσιδηρουργός)


Γράφει η κ. Άννα Γκουτζιαμάνη - Στυλιανάκη

Οι τενεκετζήδες της πόλης μας είχαν τα εργαστήριά τους κυρίως  στην περιοχή Αργά τ ι κα της Χώρας, μαζί μ’ αυτά των σιδεράδων και των  χαλκουργών.

Δούλευαν  τη  γαλβανιζέ  λαμαρίνα  (τσίγκος).  Αναρίθμητα  τα  τενεκεδένια αντικεί μενα που είχαμε στα σπίτια μας πριν λίγα χρόνια και  πριν βγουν τα αντίστοιχα πλαστικά.

Τον  παππού  μου  τον  φώναζαν  Γκουβατζή,  γιατί  έκανε  καλούς  κουβάδες που χρησιμοποιούσαμε,  για να βγάζουμε νερό από τα πηγάδια  μας. Το παρατσούκλι μας έμεινε. Η γιαγιά μου  ήταν η Γκουβατζού κι εμείς  τα εγγονάκια, που μας μεγάλωνε στο σπίτι της, τα Γκουβατζούλια.

Οι  κτηνοτροφικές  οικογένειες  παρήγγελναν  στους  τενεκετζήδες  ειδικά δοχεία που μετέφεραν το γάλα απ’ τα μαντριά  τους, για να κάνουν οι  γυναίκες τα τυριά. Αυτά είχαν κ ατάλληλο σχήμα για φόρτωμα σε  σαμάρι  ζώου  κι  έκλεινα  ερμητικά  για  λόγους  υγιεινής,  αλλά  και  για  να  μη  σπαταλάται ούτε σταγόνα γάλα κατά τη μεταφορά του από τα δύσκολα  μονοπάτια.

Οι καρδάρες ήταν κυλινδρικά δοχεία για το άρμεγμα ,  ανοιχτά επάνω  και με σιδερένιο χερούλι. Χωρούσαν 16 λίτρα γάλα και βοηθούσαν το  βοσκό στο γαλομέτρημα.

Για  τους  μικρούς  μπαχτσέδες  και  τα  λουλούδια  της  αυλής  μας  χρησιμοποιούσαμε τενεκεδένια ποτιστήρια σε διάφορα μεγέθη.

Οι καπνοπαραγωγοί των διπλανών χωριών τα προμηθεύονταν νωρίς  την άνοιξη ,  για να ποτίζουν τις βραγιές (σπορεία) των φυτών του καπνού.

Ποιος από μας τους μεγαλύτερους δεν πλύθηκε με νερό απ’ τους  τενεκεδένιους νιπτήρες με τη βρυσούλα που ανοιγόκλεινε, τη σαπουνοθήκη  στο πλάι και τους γάντζους, για να κρεμαστεί στο πλυ σταριό, στην αυλή το  καλοκαίρι, ή στη διχάλα του κορμού κάποιου δέντρου ,  για να ποτίζονται και  οι ρίζες του!

Οι τενεκετζήδες μάς έκαναν χωνιά διαφόρων μεγεθών ,  ανάλογα με  τη χρήση τους. Μ’ αυτά γεμίζαμε τα λουκάνικα και τα μπουκάλια με κρασί  ή ρακή. Έχουμε ακόμα κάποια τέτοια τεράστια , που τα βάζαμε τον καιρό  του τρύγου στα ανοίγματα των μεγάλων βαρελιών κι αδειάζαμε το μούστο ,  για να βράσει και να γίνει κρασί.

Έκαναν και τα σκαφίδια για τη μπουγάδα. Αλλά και για το ατομικό  λούσιμο  και  πλύσιμο  του  σώματος.  Μικρά  τέτοια  σκαφιδούλια  χρησιμοποιούνταν για λόγους υγιεινής μόνο για τα βρέφη και τα παιδιά. Τα  τενεκεδένια σκαφίδια αντικατέστησαν τα ξύλινα από κορμούς δέντρων που  ήταν βαριά κι ασήκωτα και κούραζαν πολύ τη νοικοκυρά.

Επίσης  έκαναν  και  τα  τενεκεδένια  φ αράσια,  για  το  μάζεμα  των  σκουπιδιών. Αυτά αντικατέστησαν τα ξύλινα ,  που μας έκαναν οι ξυλουργοί  με σανίδια.

Δικές τους κατασκευές ήταν και οι υδρορροές (λούκια) ,  που μάζευαν  τα νερά της βροχής του χειμώνα και τα κατέβαζαν στο δρόμο ή σε  δεξαμενές (στέρνες ) για διάφορες χρήσεις. Δύσκολη η κατασκευή τους, μα  πολύ δυσκολότερο το κρέμασμά τους με τις ανάλογες κλίσεις στις σκεπές  των σπιτιών μας.

Μετά τον πόλεμο του ’40 άρχισαν να κάνουν και ξυλόσομπες με  μπουριά.  Τις  στήριζαν  σε  σιδερένια  πόδια,  είχαν  σχήμα  ορθογώνιο  ή  κυλινδρικό και ανάλογα ανοίγματα για τα ξύλα, το ξεστάχτιασμα και το  διώξιμο του καπνού.

Έπρεπε όλα να λειτουργούν στο σύνολό τους και τα κατάφερναν  θαυμάσια. Για  πρόχειρο  φωτισμό  χρησιμοποιούσαμε  τις  τενεκεδένιες  γκαζόλαμπες με το βαμβακερό φυτί λι στο πάνω μέρος και το χερουλάκι μαζί  και κρεμαστράκι πίσω.

Για να ζεσταθούμε τις κρύες μέρες του χειμώνα μας έκαναν το  τενεκεδένιο  μαγκάλι  με  τα  σιδερένια  πόδια.  Σ’  αυτό  τοποθετούσαμε  αναμμένα κάρβουνα απ’  το τζάκι ή ανάβαμε ξυλοκάρβουνα απ’ τα καμίνια των καρβουνάδων και το μεταφέραμε σ’ όποια θέση θέλαμε μέσα στο  δωμάτιο.

Στα χέρια του παππού και της γιαγιάς ,  που κάθονταν στις κόχες του  τζακιού ,  ένα τσιμπίδι σιδερένιο κι ένα φυσούνι τενεκεδένιο συντηρούσαν τη  φωτιά μέρα - νύχτα.

Κι όλα αυτά κι άλλα ακόμ α γίνονταν στο μικρό εργασ τήρι απ’ τα  χέρια του τενεκετζή. Σ’ ένα μεγάλο μπάγκο άπλωνε τα φύλα της λαμαρίνας  και με τον ανάλογο υπολογισμό και όργανα γεωμετρίας σχημάτιζε το σχήμα  που ήθελε να κόψει. Χρησιμοποιούσε ειδικά ψαλίδια για το κόψιμο, μέτρο  για τις ακριβείς διαστάσεις, σφυριά ,  για να δώσει το σχήμα,  κι ένα παράξενο  κολλητήρι,  για να κολλήσει τα συναρμολογούμενα κομμάτια. Στο αμόνι  σφυρηλατούσε τα σίδερα που πύρωνε στην επαγγελματική του φουφού  ανεβοκατεβάζοντας το μονό ή διπλό φυσερό ,  για να συντηρεί τ’ αναμμένα  κάρβουνα.

Δούλευε απ’ το πρωί ως το βράδυ ,  για να εξυπηρετήσει τους πελάτες  του σε ό, τι του ζητούσαν. Με τα επιδέξια χέρια του άδεια τενεκεδένια  δοχεία μετατρέπονταν σε απαραίτητα οικιακά σκεύη καθημερινής χρήσης.  Ένας μικρός κώνος ή κύλινδρος μ’ ένα χερούλι έκανε τ ο δοχείο του λαδιού  (λαδερό) και κάπως μεγαλύτερο του γκαζιού (γκαζερό).

Αμέτρητες φορές πήγαμε στο μπακάλη και μας το γέμισε προσεχτικά  με 100 δράμια ή μισή οκά  λάδι για το φαγητό και μια οκά γκάζι για  φωτισμό, μέχρι το 1952 ,  που άρχισε ο Δημοτικός ηλεκτ ροφωτισμός.

Δεν ήταν όμως και λίγες οι φορές που πήγαμε στο εργαστήριό του  και τον παρακαλέσαμε για μικρά επιδιορθώματα. Επισκεύαζε τενεκεδένια  αντικείμενα που από τη χρήση είχαν σπάσει και δεν είχαμε την οικονομική  άνεση  ν’  αγοράσουμε  καινούρια.  Όταν  πάλι τα  τενεκεδένια  σκεύη  τρυπούσαν ,  βούλωνε με καλάι και το κολλητήρι του τις τρύπες και ήμασταν  πολύ  χαρούμενοι  κι  ευχαριστημένοι  που  θα  ξαναχρησιμοποιούσαμε  το  απαραίτητο μικροαντικείμενό μας.

Για  τη  διακόσμηση  των  ναών  φιλοτεχνούσε  φανάρια  ιδιαίτερου  κάλλους και τεχνικής. Παρόμοια φανάρια ετοίμαζε και για το φωτισμό  στους κεντρικούς δρόμους της πόλης. Οι παλιότεροι θυμούνται κι αυτά.

Ο τενεκετζής ήταν τεχνίτης «μερακλής». Όλα τα αντικείμενα που  κατασκεύαζε φρόντιζε και τα διακοσμούσε με την τεχνική του κι έ κανε  πραγματικά αριστουργήματα στον τσίγκο ,  χτυπώντας τον  και «κεντώντας»  τον με θαυμαστό τρόπο. Την εμπειρία του και τα μυστικά της δουλειάς του  τα μετέδιδε στους βοηθούς του,  που ήταν συνήθως τα παιδιά του ή άλλα  συγγενικά πρόσωπα.

 Ιδιαίτερα φρόντιζε κα ι το εργαστήριό του, καθώς στο μπροστινό  μέρος έβγαζε με σειρά αντικείμενα που ήταν για πούλημα. Τα δείγματα αυτά  άλλαζαν ανάλογα με την εποχή, τις γιορτές και τις ανάγκες των πελατών του.

Μια  φορά  τουλάχιστον  το  χρόνο  έρχονταν  για  δουλειά  και  στα  σπίτια μας. Ήταν τους καλοκαιρινούς μήνες, όταν ωρίμαζε το τυρί που  έπηζαν  οι  Σιατιστινές  νοικοκυρές  και  το  τοποθετούσαν  σε  τενεκεδένια  δοχεία,  για  τις  διατροφικές  ανάγκες  της  οικογένειας  ή  για  πούλημα. Κολλούσε ερμητικά και με ιδιαίτερη τεχνική το καπάκι του δοχε ίου ,  για ν’  αντέξει η φέτα μέχρι την κατανάλωσή  της. Έτσι  αεροστεγώς κλεισμένο το  δοχείο διατηρούσε αρκετούς μήνες αναλλοίωτο το περιεχόμενό του.

Από  τις  γενιές  αυτές  των  τενεκετζήδων  σήμερα  διάδοχός  τους  εργάζεται τίμια και συνειδητά ο Δημήτριος Θ. Σαμαράς (Χαλιός) με τέχνη πλέον ιδιαίτερα προσαρμοσμένη στα νέα δεδομένα, τις απαιτήσεις και τις  ανάγκες των συμπατριωτών μας. Από τη δεκαετία του ’60 ,  με την ανάπτυξη  της επεξεργασίας της γούνας στη Σιάτιστα και τα βιομηχανικά τενεκεδένια ή  πλαστικά  αντικείμε να  που  κυκλοφόρησαν,  το  επάγγελμα  του  λευκοσιδηρουργού εγκαταλείφτηκε.

Ο παππούς  μου  Θεόδωρος  Πρόκας  (Γκουβατζής) ,  πριν  φύγει  μετανάστης  στην  Αμερική  (1 η δεκαετία  του  20 ου αιώνα) ,  ανέβηκε  στο  καμπαναριό  της  Αγίας  Παρασκευής  στη  Γεράνεια,     κάλυψε  με  φύλλα  χαλκού τον τρούλο της κορυφής του και στερέωσε το σιδερ ένιο σταυρό, για  να τον βλέπουν οι συμπατριώτες του και να παίρνουν δύναμη στα χρόνια  της σκλαβιάς που ζούσαν. Την πληροφορία αυτή την έχω από τη γιαγιά μου  Δέσπω, μου την ανέφεραν όμως και πολλοί Γεραν ειώτες.




siatistanews.gr

Siatisata-Info
*Αναδημοσίευση 2019



https://news.google.com/publications/CAAqBwgKMKTBmwsw6MuzAw?hl=el&gl=GR&ceid=GR%3Ael