Τελευταια Νεα

6/recent/ticker-posts

Οι δικοί μας άνθρωποι, επαγγέλματα στη Σιάτιστα των αναμνήσεών μας «Ο τοπικός ταχυδρόμος» Γράμμα για το μπάρμπα Χαρίση

 
«Ο τοπικός  ταχυδρόμος» Γράμμα για το μπάρμπα Χαρίση
 
Γράφει η κ. Άννα Γκουτζιαμάνη - Στυλιανάκη

Αρκετές δεκαετίες μας χωρίζουν από τότε, μα ο χρόνος, άγνωστο  πώς, μας ξεγελά κι όλ α είναι σαν να τα ζήσαμε χτες... 

Οι μεγαλύτεροι θυμόμαστε πως, μετά τη λήξη του Β ́ Παγκόσμιου  πολέμου και του Εμφύλ ιου σπαραγμού, πολλοί συμπατριώτες μας, αμού - στακα παιδιά, αδέλφια, ξαδέλφια, φίλοι και γείτονες κι ολόκληρες οικογέ - νειες διωγμένοι από τα δεινά των πολέμων έπαιρναν το δρόμο της ξενιτιάς,  που υπόσχονταν καλύτερες συνθήκες διαβίωσης. 

Μοναδικός κρίκος επικ οινωνίας με την πατρίδα και τους δικούς τους  ο ταχυδρόμος . Πώς και πώς τον περίμεναν όσοι έπιναν το πικρό ποτήρι του  χωρισμού. Ο μπάρμπα  Χαρίσης κι η θεία μου η Λευτέρω νύχτωναν και  ξημέρωναν με την ελπίδα να πάρουν γράμμα απ’ την Αυστραλία με νέα και  φωτο γραφίες των τριών παιδιών τους, που δούλευαν και πρόκοβαν με τις  οικογένειές τους στη μακρινή Μελβούρνη. Ο καημός του χωρισμού ήταν  αβάσταχτος, κυρίως τον πρώτο καιρό. Έφυγε στα 17 του χρόνια ο  γιος τους  ο Τασιούλης και περίμεναν το πρώτο του γράμμα. Οι προσευχές της Λευτέ - ρως τελειωμό δεν είχαν. Κάποιο πρωί περνώντας ο κυρ Γιώργος ο ταχυδρό - μος από τη Χώρα, δικός μας άνθρωπος, χτύπησε  χαρούμενα την αυλόπορτα.

Η Λευτέρω πήρε το μήνυμα. Πετάχτηκε σαν τρελή απ’ τη χαρά της.  Σταυρο - κοπήθηκε. «Δό ξα σοι ο θεός .  Σ’ ευχαριστώ, άγιε Χριστόφορε»,  πρόφεραν τα χείλη της κι έφτασε σαν αστραπή στην εξώπορτα. Χαρούμενος  ο ταχυδρό - μος της παρέδιδε το γράμμα. Καθημερινό του βίωμα ήταν αυτή η  στιγμή.  Πονούσε  και  η  δική  του  ψυχή.  Συμμερίζονταν  τον  πόνο  της  προσμονής όλων  και  χαίρονταν μαζί  τους, όταν τον αξίωνε ο θεός να  παραδώσει γράμμα απ’ τα ξενιτεμένα με ευχάριστα νέα και οικονομική  βοήθεια. 

Όμως, η φόρα τ ης Λευτέρως κόπηκε. Σταμάτησε  σαν να τη χτύπησε  κεραυνός. Το χέρι που άπλωσε να πάρει το γράμμα αυτόμ ατα έπεσε κάτω.  Κόπηκε   η ανάσα της, αγρίεψε το βλέμμα της, άσπρισαν τα χείλη της, χλό-μιασε και με μεγάλη δυσκολία μπόρεσε να πει:

-« Δεν είναι δικό μας αυτό το γράμμα. Αλλού να το πας κυρ Γιώργο. Δεν το  παίρνω». 

Ο ταχυδρόμος τα ’ χασε. Ανεξήγητο. Απορεί κι αυτός με τη στάση  της Λευτέρως. Πρώτη φορά του συμβαίνει αυτό. Σταμάτησε το μυαλό του.  Για αρκετή ώρα κοιτάζονταν στα μάτια, χωρίς να διαβάζει ο ένας τον άλλο.  Όμως, προσπάθησε να της το ξαναδώσει με βαθύ προβληματισμό αυτή τη  φορά.             

- Δικός σας είναι. Παραλήπτης Τύπας γράφει. Δεν κάνω λάθος , κυρά  Λευτέρω...

- Όχι δεν το παίρνω, απάντησε πάλι η Λευτέρω και γυρίζοντας προς  το σπίτι συμπλήρωσε: Πάρτο πίσω. Εμείς λεγόμαστε Τσύπας. Ξένο είναι.  

Είναι απ’ άλλον 

Με πολλή πίεση από τον ταχυδρόμο, που ήξερε πως δεν έκανε  λάθος, το παρέλαβε. Δεν το άνοιξε ως το μεσημέρι που ήρθε ο Χαρίσης απ’  τη δουλειά και τα παιδιά απ’ το σχολείο. Τους διηγήθηκε τη λαχτάρα που  έπαθε.

- «Μ’ βγήκιν τ’ όνειρου. Ψάρια είδα στουν ύπνου μ’. Μ’ φάν’κιν  ύπουπτου του γράμμα. Πουλλά κόκκινα κι γαλάζια σ η μάδια είχιν τρουύρου  –  ύρου ου φάκιλους κι κατσ ι τρανά γραμματόσημα ακουλλημένα, φόβους κι  τρόμους». 

Όλοι  την  καθησύχασαν  και  τη  διαβεβαίωσαν  ότι  είναι  απ’  τον  Τασιούλ   η τους και μετά το άνοιξαν. Το  διάβαζαν και το ξ αναδιάβαζαν... . Τι   λαχτάρα  κι αυτή για τη Λευτέρω. Αυτό της χρειάζονταν. Πώς δεν έπαθε  κάτι απ’ την καρδιά της που υπέφερε τόσα χρόνια. Φύλαξε ο Θεός.

Κάπου όμως είχε και δίκιο, καθώς αργότερα μας ερμήνευε τη στάση  της αυτή.

Είδαν  πολλά τα μάτια μας κι άκουσαν πολλά τα’ αυτιά μας τα χρόνια  που περάσαμε, μας έλεγε. Το μυαλό μου πήγε στους αδικοσφαγμένους και  στους φυλακισμένους συμπατριώτες μας, που υπέφεραν τόσα βασανιστήρια  και  σάπιζαν  στις  φυλακές.  Νόμισα  πως  είναι  κάποια  τέτοια  μπερδεψο - δουλει  ά  και  θα  ’ παιρνε  η  μπόρα  και  το  Χαρίση  μου.  Γι’  αυτό  βρήκα  δικαιολογία με το επί θετό μας, που το γράφουμε Τύπας , αλλά το λέμε  Τσύπας. 

Πώς μπορούμε να ερμηνεύσουμε αυτήν τη «λογική» της Λευτέρως.  Δεν ήταν τυχαίο και απλό γε γονός. Ίσως κάποιος ψυχαναλυτής μας δώσει τη  διάσταση αυτής της ψυχικής κατάστασης. Ο φόβος απ’ τις συμπεριφορές  του πολέμου νίκησε το μητρικό φίλτρο της Σιατιστινής μάνας, που περίμενε  το πρώτο γράμμα από τον 17χρονο ξενιτεμένο βλαστάρι της κι αρνιόταν  ακόμη και να το παραλάβει.

Εκ των υσ τέρων όλοι δικαιολογήσαμε τη Λευτέρω. Καθησύχασε και  ο καλός μας ταχυδρόμος. Κάθε φορά που της έφερνε γράμμα, τ ου ζητούσε  συγγνώμη με το δικό της τρόπο, λέγοντας:            

- Κόπιασι ,  κυρ Γιώργου, μέσα. Σ’ χρουστώ τ’ ζάχαρη  π’ έπριπιν να σ’  δώσου τότσι π’ συ λαχτάρσα μι του ύπουπτου  του γράμμα. Να μι συμπαθάς.  
Ισύ δεν έφτσιγις σι τσίπουτα, καλά να σ’ έχει ου Θος !!!




siatistanews.gr

Siatista-Info
 
*Αναδημοσίευση 2019





https://news.google.com/publications/CAAqBwgKMKTBmwsw6MuzAw?hl=el&gl=GR&ceid=GR%3Ael