Τελευταια Νεα

6/trending/recent
Type Here to Get Search Results !

Το Σπίτι της Γιαγιάς

 https://i.imgur.com/YOsDgwm.jpeg

Το κλειδί το είχα πάντα στο λαιμό. Με κορδόνι. Να μην το χάσω.

«Να έρχεσαι ό,τι ώρα θες, αγόρι μου», έλεγε η γιαγιά η Μαρίκα. «Το σπίτι μου είναι σπίτι σου».

Μόλις έσπρωχνα την πόρτα, με χτυπούσε η μυρωδιά.

Κοκινιστό. Πατάτες τηγανητές. Ρύζι πιλάφι. Και κανέλα από το γαλακτομπούρεκο που «έτυχε» να φτιάξει σήμερα. Έτυχε κάθε φορά που πήγαινα.

«Ήρθες;», φώναζε από την κουζίνα. «Πλύνε χέρια. Έχω φαγητό. Τρία φαγητά. Να διαλέξεις».

Δεν διάλεγα. Έτρωγα κι από τα τρία. «Να πάρεις δυνάμεις», έλεγε.

Στο τραπέζι της κουζίνας, το φλοράλ τραπεζομάντιλο. Από πάνω, το πλαστικό διάφανο. Να μην λερώνεται. Πάνω του, ακουμπισμένο το γλυκό. Πάντα. Ρεβανί σήμερα. Καλοστολισμένο. Δίπλα η φρουτιέρα. Ξεχειλισμένη. Ροδάκινα, σταφύλια, σύκα.

«Φάε ένα φρούτο, παιδί μου. Έχει βιταμίνες».

Αν έβλεπε πορτοκάλι, το έστυβε επί τόπου. «Πιες το τώρα. Φεύγουν οι βιταμίνες».

Κι έφερνε τον καφέ. Για μένα, αραιωμένο. «Να μην ζηλεύεις». Με βούτημα από το τσίγκινο κουτί. Το κουτί που όταν άδειαζε, γέμιζε κλωστές, βελόνες, παραμάνες. «Όλα χρειάζονται», έλεγε.

Στο σαλόνι, η τηλεόραση. Τεράστια. Όχι σε ίντσες. Σε φάρδος. Μισό μέτρο βάθος. Πάνω σε έπιπλο σκούρο ξύλινο, βαρύ σαν τάφος. Το τηλεκοντρόλ τυλιγμένο σε σελοφάν. «Να μην χαλάσει», έλεγε. «Αθάνατη είναι αυτή η τηλεόραση».

Δίπλα, η βιτρίνα. Κλειδωμένη. Μέσα, το «καλό σερβίτσιο». Φλιτζάνια που δεν ήπιε κανείς ποτέ. Μπιζουδάκια πορσελάνινα. Ένας βοσκός, μια κοπέλα με στάμνα, δύο κύκνοι. «Μην τα αγγίζεις», έλεγε. «Μόνο να τα ξεσκονίζεις».

Στο συρτάρι, κορδέλες. Από πάστες. Από τούρτες. «Γιατί να τις πετάξω; Μια μέρα θα χρειαστούν».

Παντού σεμέν. Στο τραπέζι. Στην τηλεόραση. Στα κομοδίνα. Πλεγμένα με τα χεράκια της. «Είναι η προίκα σου», έλεγε. «Όταν παντρευτείς». Ήμουν 8 χρονών.

Παντού φωτογραφίες. Εγώ μωρό, στην παραλία, γυμνός. Εγώ 3 χρονών, με μουστάκι από σοκολάτα μέχρι τα αυτιά. «Να θυμάσαι τι όμορφος ήσουν», έλεγε.

Άνοιγα τον καταψύκτη. Χαρά. Κουτί παγωτό Algida. Έβγαζα μπολ, κουτάλι, άνοιγα. Φασολάκια. Κατεψυγμένα. «Μια χαρά την κάνει τη δουλειά του το κουτί», έλεγε όταν διαμαρτυρόμουν.

Στην κουζίνα, ντουλάπι ολόκληρο με σακούλες. Πλαστικές. Διπλωμένες προσεκτικά. «Ποτέ δεν ξέρεις πότε θα χρειαστούν».

Στη γωνία, το εικονοστάσι. Καντήλι αναμμένο 24 ώρες. Εικόνες. Κομποσκοίνια. Θυμιατό. Μπουκαλάκια με αγιασμό. «Από την Τήνο. Από την Παναγία Σουμελά. Από τον Άγιο Νεκτάριο». Με σταύρωνε πριν φύγω. «Να σε έχει ο Θεός καλά».

Και την άνοιξη; Αλλεργία. Γλάστρες παντού. Βασιλικός, δυόσμος, γαρύφαλλα, ένα «αθάνατο» που το πότιζε κάθε μέρα. «Μόνο εγώ έχω χρόνο να τα φροντίσω», έλεγε.

Και το χαρτζιλίκι; Μαγικό. Το έχωνε στην τσέπη μου κρυφά. «Να μην δει ο παππούς. Να πάρεις μια τυρόπιτα». Το έλεγε «φυλαχτό». 100 δραχμές. Ένιωθα εκατομμυριούχος.

Εκεί έκανα τα πρώτα μου βήματα. Εκεί έβγαλα το πρώτο δόντι. Εκεί έριξα την πρώτη ρουκέτα γάλακτος στο κατάλευκο σεμέν.

«Δεν πειράζει, παιδί μου», είπε η γιαγιά. «Πλένεται».

Το «όχι» και το «μη» δεν υπήρχαν. Μόνο το «πρόσεχε» και το «φάε κι άλλο».

2026. Σήμερα.

Η γιαγιά έφυγε το 2015. Το σπίτι έμεινε κλειστό 3 χρόνια. Μετά το άνοιξα.

Μπήκα μέσα.

Η μυρωδιά ήταν ακόμα εκεί. Κανέλα. Ναφθαλίνη. Κερί από το καντήλι.

Η τηλεόραση στη θέση της. Αθάνατη. Δεν άνοιγε πια.

Το σερβίτσιο στη βιτρίνα. Άθικτο.

Το τσίγκινο κουτί γεμάτο παραμάνες.

Στον καταψύκτη, ένα κουτί παγωτό. Άνοιξα. Αρακάς. Γέλασα. Έκλαψα.

Στο συρτάρι, κορδέλες. Δίπλα, 100 δραχμές. Το «φυλαχτό». Το είχε αφήσει για μένα.

Το σπίτι της γιαγιάς δεν ήταν σπίτι.

Ήταν αγκαλιά.

Ήταν «ναι».

Ήταν «φάε».

Ήταν «πάρε».

Ήταν «να σε σταυρώσω».

Ήταν ο παράδεισος.

Και είναι ακόμα.

Κάθε φορά που ανοίγω το κουτί με τις παραμάνες.

Κάθε φορά που μυρίζω κανέλα.

Κάθε φορά που λέω «δεν πειράζει».

Γιατί η γιαγιά μου, η Μαρίκα, ζει ακόμα.

Στα σεμέν. Στις κορδέλες. Στις σακούλες.

Και στο «όχι» που δεν είπε ποτέ.

 

ΠΗΓΗ

simeiakairwn.gr  

 

Top Post Ad

 

Below Post Ad

https://news.google.com/publications/CAAqBwgKMKTBmwsw6MuzAw?hl=el&gl=GR&ceid=GR%3Ael