Τελευταια Νεα

6/recent/ticker-posts

Τότε που ζούσαμε…

Ιούλη μήνα τα παιδιά, μόλις έπαιρνε να σουρουπώνει, έτρεχαν σέρνοντας τα λιγνά ξυπόλητα ποδαράκια τους στον κουρνιαχτό.

Όποιος δεν έσυρε τα γυμνά του πόδια σ εκείνο τον κουρνιαχτό, δεν ξέρει από τρυφερότητα, δεν έχει ιδέα από ευαισθησία κι απαλότητα.

Πάνω σ΄ εκείνα τα ποδαράκια έρεαν ξεραμένα αυλάκια από τα ζουμιά του καρπουζιού που είχαν φάει για να απαλύνουν την κάψα ενός ακόμα ανιαρού μεσημεριού.

Σωριασμένα στην αποθήκη καρπούζια και πεπόνια από το χωράφι, περίμεναν φοβισμένα να τα ξεκοιλιάσουμε με το μαχαίρι που ποτέ δεν μας απαγόρεψαν να κρατάμε.

Ούτε σκέψη πως μπορούσε να γίνει επικίνδυνο παιχνίδι στο χέρι μας. Τα μαχαίρια υπήρχαν για να κόβουν καρπούζια, πάει και τέλειωσε. Να πως γεννιέται χωρίς λόγια η εμπιστοσύνη.

Κόβαμε, κόβαμε, κόβαμε, ώσπου να πετύχουμε το πιο δροσερό καρπούζι και το πιο γλυκό και μοσκοβολιστό πεπόνι. Τα περισσεύματα τα αναλάμβαναν οι κότες, τα γουρούνια, ο γάιδαρος κι οι αγελάδες. Όλα τα ζωντανά δροσίζονταν.

Κι εκεί στην αποθήκη γεννιόνταν τα σχέδια για τη βραδιά που θα ακολουθούσε.

-Είστε να φτιάξουμε φαντάσματα;

-Ναι!!!

Και τα μαχαίρια άδειαζαν μεγάλα καρπούζια που στήνονταν στους δρόμους μόλις βράδιαζε, μ ένα κερί αναμμένο στα σπλάχνα τους κι έδειχναν το φοβερό τους στόμα με τα δόντια στις γριές που γύριζαν απ τη βεγγέρα και στους παππούδες που επέστρεφαν από το καφενείο.

-Είστε μετά να βάλουμε φωτιά στις σακούλες απ΄τα λιπάσματα;

-Ναι!!

Και μαζεύαμε ό,τι σακούλα βρίσκαμε κρυφά -αυτό ήταν απαγορευμένο παιχνίδι- και της βάζαμε φωτιά, για να τη βλέπουμε, όσο καιγόταν, να ανασηκώνεται και να πετά κάνοντας κύκλους πάνω από τα κεφάλια μας.

Καμιά φορά προσγειωνόταν απότομα και κόλλαγε πάνω σε κάποιο πόδι ή χέρι αναλόγως. Κι αν γινόταν αυτό, ξέραμε πως είχε ξύλο σε λίγο, αλλά ποιος νοιαζόταν γι αυτό!

Οι πετούμενες σακούλες, κουβαλούσαν όνειρα κι εμείς δεν είχαμε σκοπό να τα καθηλώσουμε επουδενί.

– Είστε να ανάψουμε μια μπαρμπαρώνα το βράδυ στο σταυροδρόμι;

-Ναι!!!

Κι έτρεχαν πέρα δώθε τα ποδαράκια και σώριαζαν ό,τι ξύλο έβρισκαν στη μέση στο σταυροδρόμι. Κανείς δεν περνούσε από το σταυροδρόμι.

Καμιά απαγόρευση…όλα ήταν δικά μας. Κι οι δρόμοι κι οι βραδιές και τα παιχνίδια και τα όνειρα.

Σ αυτό συμμετείχαν κι οι μεγάλοι κουβαλώντας μεγαλύτερα ξύλα. Κι εκείνοι αγαπούσαν τις φωτιές.

Κι ύστερα, σαν βράδιαζε καλά, άναβε η μεγάλη φωτιά, η μπαρμπαρώνα. Έπιανε όλο το σταυροδρόμι κι έφταναν οι γλώσσες της να γλύφουν τ αστέρια.

Και γεννιόταν τότε μια χαρά, μια άγρια χαρά μέσα στις ψυχές μας!

Οι σπίθες της ήταν τα όνειρα των παιδιών κι οι καύτρες της οι καημοί κι οι θλίψεις των μεγάλων.

Και τώρα που όλα απαγορεύονται και τίποτε δεν είναι δικό μας, πώς να κάνουμε όνειρα και πού να γίνουν στάχτη οι θλίψεις κι οι σκοτεινές μέρες πού να καούν…

 

Πηνελόπη Ανδρεάδη

 

Πηγή: Ιτέα Καρδίτσας

 

 

https://news.google.com/publications/CAAqBwgKMKTBmwsw6MuzAw?hl=el&gl=GR&ceid=GR%3Ael