"Πασχαλιά στη Σιάτιστα" Μεγάλη Πέμπτη: "Κόκκινη Πέμπτη για τους παλιούς Σιατιστινούς"



Όλες οι νοικοκυρές το πρωί κρεμούν στη βεράντα του σπιτιού τους ένα ύφασμα ή ρούχο κόκκινο, σαν το αίμα του Κυρίου  μας που χύθηκε στον Τίμιο Σταυρό. Οι παλιές Σιατιστινές έβγαζαν μια μικρή «άλ’κη» (=κόκκινη) βελέντζα. Τη μέρα αυτή δεν έπλεναν ούτε άπλωναν άσπρα ρούχα, για να γλιτώσουν τα αμπέλια και τα σπαρτά τους  από το χαλάζι. Πήγαιναν και κοινωνούσαν. 

Τα παιδάκια φορούσαν τα πασχαλιάτικα ρούχα τους. Μετά το αντίδωρο απολάμβαναν όλοι, μικροί και μεγάλοι,  τα πεντανόστιμα «σιμίτια» , δηλ. κουλούρια αφράτα από  ζύμη ρεβιθένιου ψωμιού που μοσχοβολούσαν ζεστά ζεστά στις λαμαρίνες των παιδιών που τα πουλούσαν στο προαύλιο της εκκλησιάς.


Στο σπίτι οι μανάδες σε πήλινη κατσαρόλα έβαφαν  κόκκινα αυγά με μπογιά που την προμηθεύονταν από τα μπακάλικα. και ήταν ανάμεικτη για βαμβακερά  και μάλλινα είδη.  Μετά το βάψιμο τα γυάλιζαν με μάλλινο λαδωμένο πανί  (συνήθως παλιό μαλλίτσ’κου τσιουράπ’), για να μείνει  ανεξίτηλο το χρώμα και για να διατηρηθούν τα αυγά περισσότερο καιρό.
Το πρώτο αυγό ήταν της Παναγίας. Η μητέρα έκανε με αυτό το σημείο του σταυρού  στα μέτωπα των παιδιών της, τους έδινε ευχές και μετά το τοποθετούσε στο εικονοστάσι, από όπου  έπαιρναν το περσινό αυγό και το έθαβαν στον κήπο τους, γιατί θεωρούνταν ασέβεια να το πετάξουν στα σκουπίδια. Το ίδιο κάνουν και σήμερα.
Στα σπίτια  που κάποιο μέλος τους γιόρταζε το Πάσχα (Αναστάσιος, Γεώργιος) έβαφαν πάρα πολλά αυγά, γιατί πρόσφεραν και στους επισκέπτες, που περνούσαν να ευχηθούν τα «χρόνια πολλά» (έτση πουλλά, στη ντοπιολαλιά μας) στους εορτάζοντες.
Οι πιο επιδέξιες νέες ασχολούνταν με το ζωγράφισμα των κόκκινων αυγών. Χρησιμοποιούσαν  οξύ, κερί, χρωματιστό ύφασμα που ξεβάφει ,  μεταξωτές κλωστές  (φλος), φύλλα και πέταλα λουλουδιών, φλούδες κρεμμυδιών και άλλα, το καθένα με τη δική του τεχνική και τα μυστικά του. Το ίδιο κάνουν και σήμερα με άλλα,  σύγχρονα,  υλικά,   με εξίσου θαυμάσια αποτελέσματα. Αυτά  τα διακοσμημένα αυγά τα λέμε «περδίκες», επειδή είναι πανέμορφα.
Τα στέλνουμε στις αρραβωνιασμένες νέες, στα βαφτιστήρια και τα προσφέρουμε με καμάρι στους επισκέπτες. 
Για τις περδίκες  και το βάψιμο των αυγών πολύ πριν τη χρήση της πένας και του οξέος οι συμπατριώτες μας   Βασιλική Βζούκα, Χριστόφορος Στέφος και Ευφημία  Παπαχαρίση   αφηγούνται.......
«Με κοντύλι (ξυλαράκι με ακίδα), που το βουτούσαν σε λιωμένο κερί ,φιλοτεχνούσαν πάνω σε άσπρο αυγό απαραίτητα τις λέξεις «Χριστός ανέστη», το σύμβολο του σταυρού, λουλούδια κ.λ.π. Στη συνέχεια έβραζαν τα αυγά στη μπακάμη.
Αργότερα έφτιαχναν περδίκες με πένα και γκιζάπι. Μ΄ αυτόν τον τρόπο χάρασσαν λεπτότερα  σχέδια πάνω σε κόκκινα αυγά.
Η μπακάμη ήταν μπογιά που έβγαινε από ξύλα σαν της κανέλλας, αλλά πιο χοντρά και μακριά. Τα αγόραζαν και τα έβαζαν από μέρες στο νερό να φουσκώσουν. Με το νερό αυτό, που έπαιρνε έντονο χρώμα,  έβραζαν τα αυγά.


http://www.siatistanews.gr/0404/images/0404zoi4.jpg
Με τη μπακάμη έβαφαν αυγά, έστω και λίγα, οπωσδήποτε για τρεις Πέμπτες.
Τη Μ. Πέμπτη  με τη μπακάμη σημάδευαν έστω και δυο - τρία πρόβατα  στο κεφάλι και στους ώμους τους με το σχήμα του σταυρού . Έλεγαν «να τα ματώσουμε». Σημάδευαν και με σφαϊές (κόψιμο) στα αυτιά, έστω και λίγα πρόβατα.
Δεν πετούσαν την μπακάμη. Την κρατούσαν μέχρι τα κουρέματα των ζώων, περίπου 40  μέρες. Την ημέρα του κουρέματος ερχόταν ο παπάς, διάβαζε αγιασμό και  με το αγίασμα και με τη μπακάμη ράντιζε όλα τα κουρεμένα πρόβατα, που γέμιζαν κόκκινες πιτσιλιές. Αργότερα, όταν τα κοπάδια ήταν μικρότερα, δεν καλούσαν παπά. Ωστόσο, ράντιζαν οι ίδιοι οι νοικοκυραίοι με τη μπακάμη τα κουρεμένα πρόβατα.»
Στα σπίτια που είχαν πρόσφατο πένθος δεν έβαφαν αυγά. Για συμπαράσταση συγγενείς γυναίκες τους πήγαιναν από τα δικά τους. 


Παλιά ετοίμαζαν και τις «αυγοκούλ’κις»,( με κλικ στη φωτογραφία δίπλα μπορείτε να δείτε αυγοκούλκις). Ήταν αυγά βρασμένα, άσπρα για τα κορίτσια, κόκκινα για τα αγόρια. Με ζυμάρι έπλαθαν ψιλό κορδόνι και τύλιγαν  τα αυγά πάνω κάτω δυο φορές σταυρωτά. Στο  ζυμαρένιο κορδόνι κολλούσαν μακρόστενα φύλλα πρασινάδας και  έβαζαν τα αυγά στο φούρνο, για να ψηθεί το ζυμάρι. Τις «αυγοκούλ’κις»  τις έπαιρναν στην Ανάσταση για το τσούγκρισμα.
  Mια παρόμοια μαρτυρία για τις αυγοκούλ’κις καταθέτουν οι συμπατριώτες μας Βασιλική Βζούκα, Χριστόφορος Στέφος και Ευφημία  Παπαχαρίση :
 

«Τη Μ. Πέμπτη έπαιρναν καμιά δεκαριά ωμά άσπρα αυγά και τα τύλιγαν με κορδόνια ζύμης στο σχήμα του σταυρού. Τα στόλιζαν και με φύλλα από την πράσινη ουρά σκόρδου. Τα τοποθετούσαν σε ταψάκι και τα έψηναν στο μπροστινό μέρος του σπιτόφουρνου, ώστε να τα παρακολουθούν και να τα βγάλουν γρήγορα. Φρόντιζαν να μην τα ψήσουν πολύ και στεγνώσουν, αλλά να είναι κάπως μαλακά κι όχι πολύ σφιχτά και στεγνά.
Τα κατανάλωναν μετά την Ανάσταση, αφού πετούσαν τη ζύμη που έβγαινε μαζί με τα τσόφλια.
Οι οικογένειες των κτηνοτρόφων - τουλάχιστον - κόκκινο αυγό έτρωγαν μόνο μετά τη Β΄ Ανάσταση. Νωρίτερα,  την ίδια μέρα έτρωγαν αυγοκούλικες.  Αυγοκούλικες ποτέ δεν πρόσφεραν σε επισκέπτες.
Σχετική με τα πασχαλινά αυτά ψητά αυγά είναι και η μεταφορά που χρησιμοποιούν οι Σιατιστινοί: «Αυγοκούλικα έγινε το βουνό» (Έγινε άσπρο, δηλαδή χιόνισε.)»

Η γιαγιά  ασχολούνταν με την κατασκευή της νηστίσιμης πίτας (στιγνόπτα) με λάπατα πράσινα, καρύδια και λίγο ξυδόνερο  για το ράντισμα των πετουρόφυλλων. Το φαγητό μόνο για τη μέρα αυτή γίνονταν με λάδι και ήταν συνήθως πράσινα χορταρικά (λάπατα).
«Τη Μ. Πέμπτη  οι νοικοκυρές ζύμωναν κι έψηναν στο σπιτόφουρνο. Δεν το ΄χαν σε καλό να ζυμώσουν τη Μ. Παρασκευή.  Δε ζύμωναν όμως τσουρέκια, ζύμωναν κουλούρα για τη μέρα του Πάσχα με δικέφαλο αετό και σταυρό στη μέση ανάμεσα στα δυο κεφάλια των αετών. Ο αετός γινόταν με ζύμη ανάγλυφος και τα φτερά του χαράσσονταν και με μαχαίρι. Στόλιζαν  την κουλούρα με αμύγδαλα καθαρισμένα κι ασπρισμένα.


Σιατιστινές .... περδίκες
Εδώ τα αυγά τα βράσαμε αφού τα τυλίξαμε σφιχτά με πολυχρωμα φλος και χαρτί.

Τέτοιες κουλούρες ζύμωναν και για άλλες περιπτώσεις, όπως  για τη γιορτή των Χριστουγέννων. Επίσης, όταν κάποια οικογένεια δεχόταν πρόσκληση σε γαμήλιο γεύμα, όφειλε να έχει μαζί τη δική της κουλούρα. Οι καλεσμένοι στο γάμο δηλαδή έτρωγαν τις δικές τους κουλούρες ψωμιού.
Ωστόσο η κουλούρα της μέρας της Λαμπρής διέφερε σε τούτο: ήταν ριφθέινια (ρεβιθένια), ζυμωμένη με ρεβίθι και κοπανισμένο βασιλικό, που χάριζε άρωμα .
Από τη νύχτα έπρεπε να «πιάσουν» τη μαγιά. Διάλεγαν τα σπυριά του ρεβυθιού (μάλλον τα ψιλά). Κοπάνιζαν τα ρεβίθια και πρόσθεταν βασιλικό και λίγο αλεύρι σε πήλινο δοχείο.  Αν χρησιμοποιούσαν βασιλικό ξερό από τη γιορτή της Ύψωσης του Τιμίου Σταυρού ήταν πιο σίγουρο ότι θα φούσκωνε η ζύμη. Σ΄ αυτή την περίπτωση τη μαγιά έπρεπε να τη φτιάξει ηλικιωμένη γυναίκα. Τα χαράματα έφτιαχναν το προζύμι  και το πρωί μπορούσαν να ζυμώσουν. Οπωσδήποτε για να επιτύχει το ζύμωμα έπρεπε να σταυρώσουν τη μαγιά, το προζύμι και τη ζύμη.
Αν δάνειζαν προζύμι τη Μ. Πέμπτη σε γειτόνισσα, έπρεπε εκείνη, αφού ζύμωνε, να τους επιστρέψει ένα κομμάτι ζύμης την ίδια μέρα.»


( Αφήγηση Βασιλικής Βζούκα, Χριστόφορος Στέφος και Ευφημία  Παπαχαρίση)
   Ο πατέρας έβγαινε στο παζάρι (λαϊκή αγορά), για να διαλέξει αρνί ή κατσίκι από τους κτηνοτρόφους που τα έφερναν να τα πουλήσουν και τα είχαν βαμμένα με την κόκκινη μπογιά των αυγών .
«Την «Κόκκινη» Πέμπτη σφάζονταν κι όλα τα αρνιά των Σιατιστινών κτηνοτρόφων για την Πασχαλιά. Την ίδια μέρα γινόταν ζωοπάζαρο στη σημερινή οδό Γ. Ζαβίρα. Οι Γαλατινιώτες έφερναν κοπαδάκια με πρόβατα και αρνιά (δεν είχαν κατσίκια). Ο καθένας έπιανε ένα μέρος, όπου τα πρόβατα «σταλνούσαν» και οι Σιατιστινοί έβγαιναν να παζαρέψουν το πασχαλινό τους αρνί με τους Γαλατινιώτες ή με τους Σιατιστινούς κρεοπώλες.
Τη Μ. Πέμπτη έφερναν οι  Σελτσιώτες τα κρεμμυδάκια και τα σπανάκια στα κουσιώρια»
  

( Αφήγηση Βασιλικής Βζούκα, Χριστόφορος Στέφος και Ευφημία  Παπαχαρίση.
        
Το βράδυ στην ακολουθία των Παθών ο ναός μεταμορφώνεται  σε Αγία Πόλη, σε Όρος των Ελαιών, σε Πραιτόριο, σε φρικτό Γολγοθά .
Με τα 12 Ευαγγέλια    προσεγγίζουμε  και  βιώνουμε τα Ιερά Γεγονότα. Το «σήμερον κρεμάται επι ξύλου» δεν αφήνει κανέναν ασυγκίνητο. Οι  πιστοί προσκυνούν τον « δι’ ημάς τους ανθρώπους  και δια την ημετέραν σωτηρίαν Παθόντα και Σταυρωθέντα και Αναστάντα Χριστόν» και  κρεμούν στο σταυρό του λουλουδένια στεφάνια.
Το βράδυ της Μ. Πέμπτης ηλικιωμένες γυναίκες άναβαν καντήλια στην εκκλησία και ξενυχτούσαν το Χριστό στο σταυρό.
Με τα φώτα των πολυελαίων χαμηλωμένα και αναμμένο το καντηλάκι στη βάση του Τίμιου Σταυρού και σήμερα «ξενυχτούμε» το νεκρό Κύριό μας, όπως κάνουμε και για κάθε συγγενικό μας πρόσωπο στο σπίτι   και  διαβάζουμε ψαλμούς, ψάλλουμε το «Σήμερον κρεμάται επί ξύλου», το «διεμερίσαντο τα ιμάτια μου» και το  «εξηγόρασας ημάς  εκ της κατάρας του νόμου» κι επαναλαμβάνουμε σιγά σιγά τα 12 Ευαγγέλια.
  Όσοι προσέρχονται «να ξενυχτήσουν  το Χριστό» μένουν άγρυπνοι ως το πρωί. Στο αριστερό κλίτος του ναού τα κορίτσια στολίζουν τον Επιτάφιο.
Ακούονται ύμνοι και μοιρολόγια, ανακατεμένα με το θόρυβο των μικρών παιδιών  που συνοδεύοντας τις γιαγιάδες τους  μαθαίνουν τη ζωή τρέχοντας γύρω-γύρω  και κάνοντας…κάποιες σκανδαλιές. 
Η συγκατάβαση της …υπερώριμης γενιάς πιθανόν να ξεκινάει από τις γλυκές αναμνήσεις τους τότε…που με τα ξυλοκάρφια και το τσαγκαρσούλι ( μικρό σφυράκι υποδηματοποιού) κάρφωναν στο ξύλινο πάτωμα του Άϊ Ταξιάρχη στη Γεράνεια τις μακριές φούστες των δικών τους γιαγιάδων, κάνοντας προβληματική την…έγερσή τους, (... αυτό δεν μπορεί παρά να είναι μνήμη της Ρηνούλας Ζωγράφου από τη μητέρα της Δέσποινα Γκουτζιαμάνη, κόρη τσαγκάρη).

 Άννα Γκουτζιαμάνη - Στυλιανάκη


siatistanews.gr