77 χρόνια από τη Μάχη του Φαρδύκαμπου


Η ομάδα "Αστραπή" με το διοικητή υπο/γο Δημήτρη Κυρατζόπουλο-Φωτεινό. Κριμήνι 1η Μαρτίου 1943.
Φέτος συμπληρώνονται 77 χρόνια από τη θρυλική μάχη στο Φαρδύκαμπο.
Η νίκη αυτή, είναι μια νίκη αφάνταστη και ασύλληπτη, γιατί κερδήθηκε με τις ελάχιστες απώλειες, έχοντας μόνον 3 νεκρούς και 15 τραυματίες με τους Ιταλούς να έχουν 40 νεκρούς και τραυματίες, 603 αιχμάλωτους μεταξύ των οποίων 18 αξιωματικοί με το διοικητή του τάγματος Περόνε Πασκονέλι με το βαθμό του ταγματάρχη, με λάφυρα όλον τον οπλισμό του τάγματος με 3 πυροβόλα των 6,5, με 300 βλήματα, τους όλμους, τα πολυβόλα και τα μεταγωγικά του τάγματος.
Με το πέρασμα του χρόνου η μάχη αυτή στην ιστορία της Εθνικής Αντίστασης παίρνει τη θέση της που της αξίζει. Καταρρέουν οι προσπάθειες εκείνων που προσπάθησαν και προσπαθούν να μειώσουν και να υποβαθμίσουν τη σημασία της και δεν θέλουν να δουν πως φτάσαμε στο μεγάλο Φαρδύκαμπο νοθεύοντας τα γεγονότα, την έννοια και το περιεχόμενο. 
 
Η μάχη αυτή στάθηκε το θεμέλιο πάνω στο οποίο χτίστηκε το απελευθερωτικό μέτωπο, το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ στην περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας.
Εδώ στη δυτική Μακεδονία, στα Γρεβενά-Χάσια και Βόιο ξεσηκώθηκε για πρώτη φορά ένοπλα ο λαός κατά των κατακτητών το 1942, έδωσε περίλαμπρες και νικηφόρες μάχες με τον κατακτητή, απελευθέρωσε όλη την περιοχή από Καλαμπάκα ως τα αλβανικά σύνορα και δημιουργήθηκε για πρώτη φορά στην κατεχόμενη Ελλάδα, η ελεύθερη Ελλάδα του βουνού και της υπαίθρου. Ο Φαρδύκαμπος ήταν και υπήρξε η αρχή του τέλους των κατακτητών στην Ελλάδα, από τη στιγμή εκείνη ο εχθρός στην κατεχόμενη Ελλάδα παθαίνει μεγαλύτερες ήττες και περιορίζει τη δράση του στα κέντρα και στους κόμβους συγκοινωνιών ως που τελικά εκδιώχτηκαν από την Ελλάδα.
Για το μεγάλο αυτό ιστορικό γεγονός θα ήθελα να πω τα εξής: Τη μάχη αυτή την αποκάλεσαν «στρατιωτικό παράδοξο» και «θαύμα». Δεν ήταν ούτε «στρατιωτικό παράδοξο» ούτε «θαύμα», ούτε ξαφνικό, ούτε τυχαίο. Ήταν καρπός και θρίαμβος του γνήσιου τοπικού αντιστασιακού κινήματος της Δυτικής Μακεδονίας και γεννήθηκε στις πρώτες μέρες της κατοχής.
Σ’ αυτή τη μάχη πολέμησε ο λαός της περιοχής: Οι φαντάροι με τους έφεδρους αξιωματικούς και υπαξιωματικούς του στρατού μας που δόξασαν την πατρίδα μας στα αλβανικά βουνά και μέσα από τα σπλάχνα του βγήκαν οι μπροστάρηδες της Εθνικής Αντίστασης.
Δεν είναι ούτε «στρατιωτικό παράδοξο» και «θαύμα», γιατί από το χειμώνα του 1941-1942 στα χωριά της περιοχής Γρεβενών-Βοΐου δημιουργούνταν αντιστασιακές οργανώσεις και ένοπλες δεκαρχίες και το Φλεβάρη του 1943 ολόκληρη η περιοχή από τα Χάσια ως τον ορεινό όγκο της βόρειας Πίνδου μέχρι τα σύνορα της Αλβανίας βρίσκονταν επί ποδός πολέμου με ελεύθερα τα κέντρα Σιάτιστα, Νεάπολη, Τσοτύλι και όλα τα χωριά με συγκροτημένες τις ομάδες του ΕΛΑΣ.
Στα Γρεβενά δρούσαν: το τμήμα από 30 άνδρες με τους Τασιανόπουλο Δημήτρη, Ευθυμιάδη Τηλέμαχο, Αεροβηματά, Θεοδωρόπουλο Τάσο και Βαγγέλη Μότσιο. Το τμήμα από 35 άνδρες με τον ανθ/γό Γκανάτσιο Βασίλη-Χείμαρρο. Το τμήμα από 42 άνδρες με τους ανθ/γούς Παπαδόπουλο Ηρακλή-Νικηφόρο, Τόλη Χρήστο-Προμηθέα και τον λοχία Παπαδημητρίου Σπύρο.
Στο Βόιο δυο ομάδες η μια με 38 άνδρες με τον ανθ/γό Αριστοτέλη Χοτούρα-Αρριανό και η άλλη με 35 άνδρες με τον υπο/γό Κυρατζόπουλο Δημήτρη-Φωτεινό, διοικητής στη μάχη του Φαρδύκαμπου, τον Θεοχαρόπουλο Νίκο-Σκοτίδα και τον λοχία Νταϊλιάνη.
Στο Σινιάτσικο-Σιάτιστα από 35 άνδρες με τους ανθ/γούς Κατσόγγιανο, Ρόσιο Αλέξη-Υψηλάντη. Τμήμα 18 ανδρών με τον υπο/ρχο Βενετσανόπουλο Θωμά στον Πολύλακο και τμήμα στη Βλάστη με τον ανθ/γό Μίχα-Θεοδωρίδη.
Στα Βέντζια τμήμα 25 ανδρών με τον ανθ/γό Ζυγούρα Δημήτρη-Παλαιολόγο.
Στην Καστοριά τμήμα 60 ανδρών σε ομάδες με τους ανθ/γούς Γιαννούλη Γιώργο, Κιουρτσιδάκη, Κουλούρη, Πατσιούρα και Μπασκάκη στην περιοχή Νεστορίου.

Απο αριστερά: Ηλίας Παπαδημητρίου  (Λιάκος), Νίκος Θεοχαρόπουλος (Σκοτίδας), Δημήτρης Κυρατζόπουλος (Φωτεινός), Αριστοτέλης Χωτούρας (Αρριανός), Νίκος Παπαστεργίου (Φουρκιώτης). Τσοτύλι Απρίλης 1943.
Οι Ιταλοί κατακτητές τρομοκρατημένοι από τη δράση των ανταρτών και τον ξεσηκωμό του λαού, κλείστηκαν στην Καστοριά και στα Γρεβενά και δεν τολμούσαν να επικοινωνήσουν με τον έξω κόσμο. Οι Επικοινωνίες Καλαμπάκας-Γρεβενών, Καστοριάς-Κοζάνης μέσω Νεάπολης-Σιάτιστας και μέσω Άργους Ορεστικού-Νεάπολης είχαν διακοπεί και ήταν υπό τον έλεγχο και την κατοχή των ανταρτών. Μόνον η Καστοριά επικοινωνούσε με την Κορυτσά.
Οι ιταλικές φρουρές Γρεβενών και Καστοριάς έκαναν δραματικές εκκλήσεις στο Γενικό τους Επιτελείο στην Αθήνα, για να τους βοηθήσει να βγουν από την απομόνωση και τον κίνδυνο που τους απειλούσε. Το ιταλικό επιτελείο ανησυχούσε για την εξάπλωση της επανάστασης, και για τις νικηφόρες μάχες των ανταρτών στο Σνίχοβο στις 8 του Φλεβάρη και στη Μερίτσα. Διέταξε το σύνταγμα Καστοριάς να αποκαταστήσει τη συγκοινωνία με τα Γρεβενά μέσω Κοζάνης και να ενισχύσει τη φρουρά Γρεβενών σε άνδρες και πολεμικό υλικό.
Το σύνταγμα Καστοριάς έστειλε μέσω Φλωρίνης -ο δρόμος προς το Νταούλι ελέγχονταν από τους αντάρτες- δύναμη ενισχυμένου λόχου με πολεμικό υλικό που μεταφέρονταν με 10 αυτοκίνητα. Οι πολιτικές οργανώσεις της Φλώρινας και Κοζάνης πληροφόρησαν τα τμήματα του Σινιάτσικου για την κίνηση των Ιταλών από Κοζάνη προς Γρεβενά.
Τα τμήματα των ανταρτών του Σινιάτσικου ενισχυμένα με τις δεκαρχίες και με επικεφαλής τους ανθ/γούς ΥψηλάντηΚατσόγιαννοΜπαρμπαλιά και  υπομοίραρχο Βενετσανόπουλο, κατέλαβαν τα στενά του Μπουγαζιού (Βίγλα), έστησαν ενέδρα και περίμεναν τα αυτοκίνητα.
Την πρώτη Μαρτίου το πρωί, η φάλαγγα των Ιταλικών αυτοκινήτων κινήθηκε από Κοζάνη προς Γρεβενά και όταν πια όλα τα αυτοκίνητα μπήκαν στα στενά και στον κλοιό, δόθηκε το σύνθημα της επίθεσης και της εξόρμησης και σε μια ώρα ο εχθρός υπέκυψε στα αιφνιδιαστηκά και καταιγιστικά πυρά των ανταρτών και παραδόθηκε, αφήνοντας 50 αιχμαλώτους, τους υπόλοιπους νεκρούς και τραυματίες, με λάφυρα εννέα αυτοκίνητα με όλον τον οπλισμό του λόχου και το πολεμικό υλικό που μεταφέρονταν για τα Γρεβενά.
Τότε το ιταλικό επιτελείο διέταξε το τάγμα Γρεβενών να κινηθεί, να καταλάβει και να κάψει τη Σιάτιστα και ταυτόχρονα τη μεραρχία Πινερόλο να κινηθεί από Θεσσαλία μέσω Ελασσόνας-Σερβίων-Κοζάνης προς την εξεγερμένη περιοχή με εντολή να καταπνίξουν το κίνημα.
Αυτή ήταν η κατάσταση πριν από τη θρυλική μάχη του Φαρδύκαμπου. Ο λαός της περιοχής μας, ορεινός, περήφανος, σκληροτράχηλος, ανυπότακτος σε κάθε κατακτητή, ξεχασμένος στην τύχη του από την πολιτική ηγεσία και τα πολιτικά κόμματα της χώρας μας, συνέχισε το αλβανικό έπος με μπροστάρηδες αυτούς που ξεχώρισαν στην πορεία του σκληρού αντιστασιακού αγώνα. Αυτοί λοιπόν είναι οι πρωταγωνιστές στο Φαρδύκαμπο και σ’αυτούς ανήκει η δόξα. Αυτοί γνώριζαν καλά τον κατακτητή, ήταν νικητές και σαν νικητές ενεργούσαν.
Τις απογευματινές ώρες 4 του Μάρτη το τάγμα Γρεβενών με δύναμη 650 ανδρών, τρία πυροβόλα και όλμους, αποφάσισε να εκστρατεύσει με στόχο να ελευθερώσει τον αιχμαλωτισμένο λόχο και να κάψει τη Σιάτιστα. Το βράδυ έφτασε στον Αλιάκμονα, κατέλαβε τη γέφυρα και διανυκτέρευσε στα γύρω υψώματα. Τα τμήματά μας των Γρεβενών και οι δεκαρχίες των γύρω χωριών με επικεφαλής τον ανθ/στή Παπασίμο, από την πρώτη στιγμή συνεχίζουν τις μικροσυγκρούσεις και παρενοχλούν την ελεύθερη κίνηση των Ιταλών, επιβραδύνοντας έτσι την πορεία των Ιταλών προς τη Σιάτιστα.
Τη δεύτερη μέρα, το πρωί 5 του Μάρτη ο εχθρός έκανε σοβαρές προσπάθειες να επεκτείνει το προγεφύρωμα και να κινηθεί προς τη Σιάτιστα-Μπουγάζι, αλλά συναντά σοβαρή αντίσταση από τα τμήματα της Σιάτιστας και από τα νώτα δέχεται χτυπήματα από τα τμήματα των Γρεβενών. Παρ’ όλ’ αυτά είχαν προχωρήσει αρκετά. Είχαν φτάσει στη διασταύρωση των δρόμων από Κοζάνη-Γρεβενά-Νεάπολη, στα αμπέλια και στα ριζά του βουνού της Σιάτιστας.
Αυτό που δυσκόλευε πιο πολύ την κατάσταση ήταν ότι δεν υπήρχε ενιαία διοίκηση στα αντάρτικα τμήματα. Η παλικαριά είναι πράγματι ένα από τα απαραίτητα στοιχεία, όμως αυτό μόνο δεν αρκεί. Οι επικεφαλής των αντάρτικων ομάδων της περιοχής ήταν ικανοί και επιδέξιοι, όμως έλειπε ο συντονισμός και η ενιαία διοίκηση. Αυτό απαιτούσε η παρούσα κατάσταση. Το πρόβλημα απασχόλησε τις πολιτικές οργανώσεις του ΕΑΜ και του ΚΚΕ και ανέθεσε τη διοίκηση της μάχης και των επιχειρήσεων στον Δημήτρη Κυρατζόπουλο-Φωτεινό, γνωστό από ενωρίτερα στον πληθυσμό της επαρχίας Γρεβενών-Βοΐου ως προϊστάμενο των ταχυδρομείων Γρεβενών και Τσοτυλίου, αλλά και γνωστό στους αξιωματικούς της μεραρχίας από τις διαβιβάσεις στον ελληνοϊταλικό πόλεμο και στους υπαλλήλους της περιοχής.
Η Διοίκηση που είχε την έδρα της στο μοναστήρι Τσουρούσνο έδωσε σε κάθε τμήμα τη δική του αποστολή. Τα τμήματα της Σιάτιστας να επιτεθούν στις 06.00 ώρα το πρωί στις 6 Μαρτίου από την κατεύθυνση Αμπέλια-δημόσιος δρόμος σε στενή συνεργασία με τα τμήματα Βεντζίων που δρούσαν από νότο και να επιτηρούν το δρόμο Κοζάνης-Γρεβενών. Τα τμήματα των Γρεβενών να επιτεθούν από δυτικά και να καταλάβουν τα υψώματα ανατολικά της γέφυρας και να κινηθούν προς το πεδίο της μάχης. Τα τμήματα Βοΐου με 4 διμοιρίες από 35 άνδρες η κάθε μια με διοικητή τον Σκοτίδα, να επιτεθούν από τα βόρεια και Β.Δ. υψώματα της Βρογγίστας.
Από διάφορες κατευθύνσεις καταφτάναν δεκαρχίες και δυνάμωνε ο κλοιός γύρω από το τάγμα των Ιταλών.
Ο εχθρός στις 5 Μαρτίου διανυκτέρευσε πάνω στο δρόμο Γρεβενών-Κοζάνης και οργανώθηκε στα γύρω υψωματάκια και ήταν βέβαιος για την εύκολη πορεία προς τη Σιάτιστα την επαύριο. Είχε τη εντύπωση ότι οι αντάρτες διαλύθηκαν ή υποχώρησαν, δεν πίστευαν ότι θα τους συνεχίσουν τις συγκρούσεις για τρίτη ημέρα και πίστευαν ότι θα τους ερχόταν βοήθεια από τις γειτονικές φρουρές.
Δεν υπολόγισαν όμως έναν σοβαρό παράγοντα, την απόφαση, δηλαδή που είχε πάρει ολόκληρος ο λαός της περιοχής να αγωνιστεί για τη λευτεριά του. Έτσι στις 6 το πρωί όλα τα τμήματα εξόρμησαν από όλες τις κατευθύνσεις. Ο εχθρός παρά τον εφοδιασμό, γρήγορα συνήλθε και έκανε προσπάθειες για να βγει από τη δύσκολη θέση. Τα αεροπλάνα που έφτασαν, δεν πυροβολούσαν τους αντάρτες. Ο εχθρός όλο και περισφίγγεται από παντού. Θα μπορούσαμε να περιγράψουμε όλες τις φάσεις και τις δυσκολίες που δημιουργούσε η παράταση της μάχης. Ύστερα από περίσκεψη της διοίκησης στις 18.30 ώρα, αρχίζει η γενική επίθεση για το τσάκισμα και την αιχμαλωσία του εχθρού και σε περίπτωση αποτυχίας, στις 20.30 να αρχίσει η υποχώρηση εκμεταλλευόμενη το σκότος, αφήνοντας ελαφρές ομάδες για παρακολούθηση και ενόχληση του εχθρού.
Ήταν πια σκοτάδι και κανείς δεν ήξερε τι γίνονται οι διπλανοί του, είχε χαθεί η σύνδεση. Το κάθε τμήμα δρούσε πρωτοβουλιακά και αυτοκέφαλα. Οι Ιταλοί τα έχασαν, ζητούσαν διέξοδο και σωτηρία. Αυτή τη στιγμή εκμεταλλεύονται επιτυχημένα τα τμήματα της Σιάτιστας και αρχίζουν να αφοπλίζουν τους Ιταλούς που παραδίνονται αμαχητί και πετούν τα όπλα τους..

Η μάχη του Φαρδύκαμπου, 4-6 Μαρτίου 1943.
Πολλοί προσπάθησαν να παρουσιάσουν τη μάχη του Φαρδύκαμπου ως αυθόρμητη, ακαθοδήγητη, με ανοργάνωτο λαό, με μπουλούκια και ασκέρια. Ήταν μάχη τριών ημερών κατά μέτωπο με τον εχθρό και οργανωμένη από τους νικητές του αλβανικού μετώπου. Σ’ αυτούς ανήκει η δόξα, αυτοί γνώριζαν καλά τον κατακτητή.
Ο Φαρδύκαμπος ήταν ο επίλογος του ενιαίου κινήματος της Εθνικής Αντίστασης στην περιοχή Γρεβενών-Βοΐου. Η διαμάχη περί το ποιά παράταξη δικαιούται τη δόξα είναι μύθος.  Η νομαρχιακή επιτροπή του ΕΑΜ Κοζάνης με επικεφαλής τον φλογερό πατριώτη ποιμενάρχη αείμνηστο μητροπολίτη Κοζάνης Ιωακείμ, θέλοντας να επανδρώσουν το ρωμαλέο απελευθερωτικό κίνημα με μόνιμους ανώτερους αξιωματικούς, ήρθε σε επαφή με τη φρουρά αξιωματικών Κοζάνης και υπέγραψαν πρωτόκολλο τιμής, στο οποίο οι αξιωματικοί αναλάμβαναν την υποχρέωση να προσχωρήσουν στον ΕΛΑΣ. Δυστυχώς όμως δεν κράτησαν το λόγο τους . Δυο μέρες πριν τη μάχη του Φαρδύκαμπου, μόνο λίγοι αξιωματικοί προσχώρησαν στον ΕΛΑΣ. Αυτοί προσπάθησαν πραξικοπηματικά να εξοντώσουν τους αρχηγούς του απελευθερωτικού κινήματος. Αποσιωπείται ο ρόλος τους στα Σέρβια, στο Μπουγάζι, στον Αυγερινό και στο Μελάνθιο αμέσως μετά τη μάχη στο Φαρδύκαμπο. Η υπόθεση με τους αξιωματικούς αποτελεί άλλο σοβαρό θέμα, που στη δοσμένη στιγμή δεν έχουμε τη δυνατότητα να το αναπτύξουμε.
Η περίοπτη προσφορά της χώρας μας στο συμμαχικό στρατόπεδο και σε ολόκληρη την ανθρωπότητα δεν έγινε θύμα της ευρωπαϊκής πραγματικότητας, αλλά θύμα του δωσιλογισμού, που κυνήγησε με λυσσαλέο μίσος την Εθνική Αντίσταση. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός που η περιοχή της δυτικής Μακεδονίας έγινε το ολοκαύτωμα του εμφυλίου πολέμου.
Σε ότι αφορά τα δύο σημαντικά ιστορικά γεγονότα, το Γοργοπόταμο και το Φαρδύκαμπο, η διαφορά τους είναι η εξής: το πρώτο είναι έργο επαγγελματιών στρατιωτικών. Το δεύτερο είναι έργο λαϊκής εξέγερσης. Το πρώτο προωθείται από το συμμαχικό παράγοντα και διέκοψε προσωρινά τη συγκοινωνία με το Νότο, το δεύτερο όσο κι αν θέλει η ηθικοκρατία να μειώσει την ιστορική του σημασία, απείλησε την αποκοπή του Νότου από το Βορρά και ανάγκασε τους Γερμανούς κατακτητές να ιδρύσουν στη Θεσσαλονίκη ειδικό στρατηγείο.
Το καθολικό αντιστασιακό έργο του λαού της περιοχής επιτεύχθηκε με την ακούραστη δουλειά των αγωνιστών της περιοχής κάτω από τεράστιες δυσκολίες και αντιξοότητες. Ανακόπηκε από την ηττοπάθεια των αξιωματικών του ΥΒΕ, από τη σύμπτυξη, την ανασυγκρότηση των τμημάτων, το χτύπημα των τοπικών στελεχών και την καθιέρωση του συντηρητισμού, της αναμονής και τις ίντριγκες. Μας έφεραν τους Άγγλους στην αρχή ως συμμαχικούς συνδέσμους και σε συνέχεια ως υπεύθυνους ρυθμιστές, ανακόπτοντας έτσι την ενότητα και την ορμή της νικηφόρας επανάστασης με τα γνωστά επακόλουθα.


Ο Δημήτρης Κυρατζόπουλος-Φωτεινός προσφωνεί στο Φαρδύκαμπο. Μάης 1979.



Είναι ένα απόσπασμα από την ιστορική μελέτη για την Εθνική Ανίσταση στη Δυτική Μακεδονία του πατέρα μου, ιστορικού-καθηγητή Χρήστου Παπαδημητρίου και πρώην διευθυντή του ΚΙΘ (Κέντρο Ιστορίας Θεσσαλονίκης).

Σπύρος Παπαδημητρίου