12η Οκτωβρίου 1912: Hμέρα κρίσιμη για τη Σιάτιστα



Η 12η Οκτωβρίου 1912 είναι ημέρα κρίσιμη για τη Σιάτιστα. 
Η ημέρα που πρόκειται να χαράξει στας δέλτους της ιδιαίτερης Ιστορίας της ή την δόξαν της ή την καταστροφήν της. Με τις πρώτες χρυσίζουσες φωτεινές δεσμίδες (ακτίνες) του ηλίου ηχολογούν οι κώδωνες των εκκλησιών, η φωνή της χριστιανικής πίστεως, και ακούεται ένας πυροβολισμός, η φωνή της ελεύθερης πατρίδος. Με τα δυο αυτά σύμβολα οι κάτοικοι της Χώρας καλούνται σε συναγερμό. Το ίδιο γίνεται και στη Γεράνεια, της οποίας οι κάτοικοι συναθροίζονται στην Αγορά και αναμένουν τους Χωριώτες. 

Στα κωδωνοστάσια κυματίζει η γαλανόλευκη. Οι κάτοικοι της Χώρας έχουν συγκεντρωθεί στον περίβολο της Ιεράς Μητροπόλεως. Ετοιμάζονται εκεί και εκκινούν για την Γεράνεια. Έχουν επικεφαλής το ιερατείον, με σημαιοφόρο τον Παπαλάζαρο Κουρσάνου, και παράπλευρα σώμα ενόπλων εθελοντών, ίνα φανεί μια ακόμη φορά ότι αι δυο αυτές υψηλές και ιερές ιδέες, η πίστη του Χριστού και η ελευθερία της Πατρίδος, τις οποίες ο Έλλην θέλει ηνωμένες και τις θεωρεί ιερά Παλλάδια 1, στον βωμό των οποίων πρόθυμα θυσίασε και θυσιάζει τα πάντα 2, και χάρις στα οποία η ελληνική φυλή μεγαλούργησε και θα μεγαλουργεί, πηγαίνουν και τις ώρες αυτές αδελφωμένες να υποδεχτούν και να χαιρετίσουν εκείνους, οι οποίοι φέρουν σ’ αυτές το μήνυμα ότι κόβονται τα δεσμά της μαύρης δουλείας και κηρύσσονται πάλι ελεύθερες.

3. Έτσι προχωρούν και φθάνουν στην Αγορά της Γερανείας, όπου τους υποδέχονται οι κάτοικοι αυτής με ζητωκραυγές και χειροκροτήματα και από κοινού διευθύνονται στον ορισμένο τόπο της υποδοχής, στον Άγιο Νικάνορα.
Εκεί καταλαμβάνουν θέσεις και, με μια ανείπωτη λαχτάρα, αναμένουν να ιδούν τους ελευθερωτάς τους μια ώρα νωρίτερα. Ύστερα από λίγα λεπτά φαίνονται τα πρώτα της παρατάξεως ζευγάρια. Τα πλήθη ξεσπούν σε ουρανομήκεις ζητωκραυγές και σε ακράτητα χειροκροτήματα. Πλησιάζουν τα λεβεντόπαιδα ελαφροκίνητα και υπερήφανα. Σπεύδουν σε  συνάντησή τους το ιερατείο και τα μέλη της Εθνικής Επιτροπής. Χαιρετίζουν τους αρχηγούς και τα πλήθη φωνάζουν «Χριστός Ανέστη, παιδιά. Καλώς ήρθατε, αδέρφια μας». Πολλοί κλαίουν και εναγκαλίζονται και φιλούν αυτούς. 


Η πορεία συνεχίζεται με διεύθυνση (κατεύθυνση) προς τη Χώρα, με μια πρωτοφανή συγκίνηση, με ένα απερίγραπτο ενθουσιασμό. Φέσια ξεσχίζονται και πετιούνται στον αέρα, κάθε ένας αισθάνεται την καρδιά του να πάλλει με ένα τρόπο τέτοιο, που άλλοτε δεν έχει αισθανθεί και ούτε θα αισθανθεί άλλη φορά. Κάθε ένας βαδίζοντας προσπαθεί να προσπεράσει τον προηγούμενό του, να πλησιάσει κάποιο από τα παλικάρια, κάτι να του ομιλήσει, για να του εκδηλώσει το μέγεθος της χαράς του και τη βαθιά ευγνωμοσύνη του. Ο ενθουσιασμός ξεσπά στον Εθνικό Ύμνο. Το τι [έγινε τότε] δεν περιγράφεται. Ό,τι κι αν γράψομε θα είναι απλή σκιά της πραγματικότητος. Η πομπή έτσι προχωρεί και περνάει τους δρόμους της Γεράνειας, όπου οι γυναίκες και τα κοράσια ραίνουν με άνθη [από τα παράθυρα και τις στέγες των οικιών] τους καταλυτάς της τυραννίας και τους καλωσορίζουν φωνάζοντας: «Καλώς ήρθατε, παλικάρια». Έτσι βαδίζοντας φθάνει η ανθρωποπλημμύρα στο Διοικητήριο, όπου υποδέχεται τους ελευθερωτάς ο Δήμαρχος της πόλεως Μηνάς Θεοδώρου, ο οποίος αναδείχθηκε τόσο ακάματος θεράπων της ιατρικής επιστήμης, όσο και ακούραστος εργάτης των κοινοτικών υπηρεσιών, τας οποίας κατά καιρούς ανελάμβανε.

Με συγκίνηση απερίγραπτη γίνεται η παράδοση και παραλαβή της πόλεως και ανακηρύσσεται ελεύθερη εν ονόματι του Βασιλέως Γεωργίου. Υψώνεται στο Διοικητήριο η Γαλανόλευκη, την οποίαν ο λαός χαιρετίζει με φρενιτιώδεις4 ζωτοκραυγές και συνεχή χειροκροτήματα, αλλά και με δάκρυα ενθουσιασμού και πυροβολισμούς.
 

(απόσπασμα από το βιβλίο του Φ. Ζυγούρη «Ιστορικά σημειώματα περί Σιατίστης και λαογραφικά αυτής» σελ.365, που όλοι έχουμε στα σπίτια μας).