Τελευταια Νεα

6/recent/ticker-posts

Οι δικοί μας άνθρωποι, επαγγέλματα στη Σιάτιστα των αναμνήσεών μας - Αγωγιάτες, κυρατζήδες και έμποροι

Από σήμερα ξεκινάει ένα μικρό αφιέρωμα από το siatistanews.gr και το Siatista-Info

Αγωγιάτες, κυρατζήδες και έμποροι στη Σιάτιστα, πρόδρομοι των σημερινών αυτοκινητιστών 



Γράφει η κ. Άννα Γκουτζιαμάνη - Στυλιανάκη

Μέρος Α ́. Γενικά. Δύσκολη και εξαντλητική η δουλειά  αυτή. Τα πάντα μεταφέρονταν  με  τα ζώα στα κοπιαστικά τους ταξίδια. Οι άσωτοι δρόμοι των καραβανιών  περνούσαν από κακοτοπιές, δύσβατες οροσειρές, στενά μπουγάζια, αλλά και  παραποτάμια ανοίγματα. 

Δρόμοι με τη μορφή που χρησιμοποιήθηκαν μετά  τη δεκαετία του ’30 ήταν άγνωστοι σ’ αυτούς. Ως τότε, τα μεταφορικά μέσα  σε στεριά και αέρα ανύπαρκτα. 

Οι  αγωγιάτες  των  περασ μένων  αιώνων  ήταν  οι  πρόδρομοι  των  σημερινών  αυτοκινητιστών.  Για  όλες  τις  μετακινήσεις  τους  χρησιμο - ποιούσαν  καλοπεταλωμένα  γερά  ζώα.  Διάλεγαν  δυνατά  μουλάρια,  που  αντέχουν περισσότερο στις βασανιστικές συνθήκες του ταξιδιού. Ένα άλογο  οδηγούσε το καραβάνι κα ξεκούραζε τον αφέντη του. 

Άνθρωποι και ζώα  γνώριζα καλά τα μονοπάτια. Όταν έφταναν στις πλέον δύσβατες περιοχές  έδενα με χοντρές τριχιές τα φορτωμένα μουλάρια, το ένα πίσω από  το άλλο,  και μετά επιχειρούσαν  τη διάβαση. Για τον τόπο μας είναι αξιοθαύμασ τες οι  περιπέτειες τω αγωγιατών και κυρατζήδων . 

Μέρος Β ́. Ο κυρατζής Γιαννακός απ’ τη Γεράνεια. Για τον κυρατζή και έμπορο παππού και πατέρα της η γιαγιά  μου η  Δέσπω μας διηγόταν πολλά απ’ τα ταξίδια τους ως τα Γιάννενα, το Μονα - στήρι, το Βελιγράδι, αλλά και ως την Κωνσταντινούπολη. Σαν μεγαλύτερη  κόρη  - το πρώτο από τα εννιά παιδιά της οικογένειας -  ζούσε έντονα το  ξεπροβόδισμα  του  πατέρα  της Μήτρου  Γιαννακού  με  τον  αδερφό  του  Μάρκο. Το δυσκολότερο ήταν όταν μαζί τους έφευγε κι  ένας γιος, ο Γιάννης  ή ο Νικόλας. Η μάνα της που τους ξεπροβοδούσε, έλεγε στο παιδί της: Σύρε παιδί μου στο καλό // σύρε με την ευχή μου.  Και της μανούλας σου η ευχή // να είναι φυλαχτό σου.

Η αναχώρησή τους για τα μεγάλα εκείνα ταξίδια γινόταν μετά από  πολλές ετοιμασίες. Έφευγαν και δ εν ήξεραν αν θα τους ξανάβλεπαν. Καμιά  επικοινωνία  μέχρι  την  ώρα  του  γυρισμού.  Τα  ταξίδια  τους  κρατούσαν   ανάλογα με την απόσταση. Στα μεγαλύτερα συ νηθισμένος χρόνος μπρος  –  πίσω  ήταν τρία χρόνια. Στο σπίτι η μάνα είχε όλη την ευθύνη και τις  φροντίδες για  το μεγάλωμα  και την ανατροφή των παιδιών, τη μόρφωσή  τους, ακόμα και την οικογενειακή αποκατάστασή τους. Με τον τρόπο της  συσπείρωνε την οικογένεια και κρατούσε τη συνοχή της κοινωνίας. Δικό της  ήταν και το κουμάντο, με τους εργάτες  στα λιγοστά αμπελοχώραφ α, στο  Μπουγάζι,  για  το  ψωμί  και τα  καλά  του  αμπελιού,  που  έτρεφαν  την  οικογένεια. Οι προσευχές όλων τους συνόδευαν μέρα νύχτα. 

Όταν  γύριζαν  οι  ξενιτεμένοι,  τους  έλεγαν  πώς  πάλευαν  με  τις  κακοτοπιές, τα στοιχεία της φύσης, τα φουσκωμένα ποτάμια, πότε γεφυ - ρωμένα, πότε αγεφύρωτα αλλά και τους ληστές και κλέφτες και τις ενέδρες  απ’ όλα τα κακοποιά στοιχεία της τότε κοινωνίας.  Η γιαγιά μου μας έλεγε ακόμα, πως για τη σωστή μεταφορά των  εμπορευμάτων γνώριζαν πολλά μυστικά. Το σπουδαιότερο από όλα  – και το δυσκ ολότερο συνάμα -  ήταν το  φόρ τωμα  του  ζώου.  Το  βάρος  έπρεπε  να  είναι  σωστά  μοιρασμένο  και  καλοδεμένο με σχοινιά στα πλαϊνά απ’ το σαμάρι, για να διατηρεί το ζώο  την ισορροπία του σ’ όλες τις συνθήκες του ταξιδιού. Το φόρτωμα και το  ξεφόρτωμα γινόταν κάθε πρ ωί και βράδυ καθώς σταματούσαν άνθρωποι και  ζώα στα χάνια  για ξεκούραση και λιγοστό φαγητό. Τα χάνια ήταν χτισμένα τ ο ένα απ’ τα’ άλλο σε απόσταση μιας  ημέρας δρόμου για το καραβάνι και τους κυρατζήδες. Οι άνθρωποι που τους  περιποιούνταν εκεί, οι χανιτζήδες , έπαιρναν τα  λεφτά τους στην επιστροφή,  όταν  οι  έμποροι  γύριζαν  «καζαντισμένοι».  Από  τα  Γιάννενα  ως  την  Κωνσταντινούπολη υπήρχαν 45 χάνια  με υπεύθυνους Σιατιστινούς 

1 Μυστικά  έγγραφα,  καλά  φυλαγμένα  σε  απόκρυφα  σημεία  της  πραμάτειας  και  του  ρουχισμού  τους  έφταναν στον  προορισμό  τους  με  κίνδυνο της δικής τους ζωής, αλλά και ολόκληρης της οικογένειάς τους. , αλλά  και Ηπειρώτες χαν ιτζή δες. 

Οι  νύχτες στο χάνι ήταν χρόνος για μυστικές  συναντήσεις,  ανταλλαγή πληροφοριών και οδηγιών που στόχευαν στο πο - θού μενο του Γένους μας. (το χάνι του Μπουντρούμα (Κοζάνη), το χάνι του Τρέμου (Θεσσαλονίκη) Ηρωική η αποστολή και πολυδιάστατη υπήρξε η προσφορά τους για   τη λευτεριά της πατρίδας μας της σκλαβωμένης. Κι η γιαγιά μου συνέχιζε: Της τεχνική και τα μυστικά της δουλειάς  τους στα καραβάνια την  μάθαιναν από τους μεγαλύ τερους κι όλα ήταν διαφορετικά  κι ανάλογα με το  είδος που κουβαλ ούσαν τα ζώα. 

Δυσκολότερη ήταν  μεταφορά των περίφη - μων σιατιστινών κρασιών στα δερμάτινα τουλούμια για πώληση ή ανταλ - λαγή του προιόντος με λάδι που ο τόπος μας το στερούνταν παντελώς. Η  οικονομική  εποχή  των  κυρατζήδων  ήταν  ανταλλακτική.  Αντάλλασαν διάφορα χρήσιμα είδη. Έφερναν  ακόμη και πλάκες από αλάτι,  έλεγε η γιαγιά μου, καθώς ήταν απαραίτητο στα φαγητά, τα τυριά και τα  τουρσιά και δυσεύρετο για τον τόπο μας. Για να το πουλήσουν στο εμπορικό  τους   το  έ τριβαν  μέσα  σε  ξύλινα  σκαφίδια  κατρακυλώντας  μια  μεγάλη  σιδερένια σφαίρα. Έτσι, θυμάμαι, άλεθε το αλάτι η γιαγιά μου, ακόμα κι  όταν εγώ ήμουνα μικρή (δεκαετία του  ’40). 

Ακολούθησαν  πολλά  ταξίδια  ξενιτιάς  και  αγωνίας.  Αδιάψευστοι  μάρτυρες της ζωής αυτ   ής των προγόνων μας  είναι το οικογενειακό  όνομα  που μας έμεινε. Δεν ξέρω πότε ακριβώς οι Γιαννιώτες μετονόμασαν την  οικογένεια  της  γιαγιάς  του  παππού  μου  Ιωάννη  που  έφερε  το  όνομα  «Ζδούπας» σε Γιαννακός, γιατί τα περισσότερα από τα ταξίδια του ήτα ν στα  Γιάννενα. Ακόμη φυλάσσονται μ’ όλο το σεβασμό και τα ανάλογα αισθή - ματα  2 νυφιάτικα ξύλινα μπαούλα, που τα έδωσαν γεμάτα  με προικιά απ’ τα  ταξίδια τους στην αδερφή  της   γιαγιάς μου τη Ματιώ (Μαλαματή  σύζυγο  Νικολάου  Καρακουλάκη)  στη  Γεράνεια.  

Το  ένα  ή ταν  καλυμμένο  με  ζωγραφισμένο  αδιάβροχο  μουσαμά.  Στο  καπάκι  του  ήταν  γραμμένα  με  πρόκες (καρφιά με χοντρό κεφάλι) τα αρχικά του ονόματος της νύφης  Μ αλαματή  Γ
ιαννακού.  Το άλλο είναι διακοσμημένο με ιδιαίτερη τεχνική με τριγωνικές  ψηφίδες από  σιντέφι σε υπ έροχα μοτίβα και μπορντούρες. Αυτό το πιθανό - τερο είναι να το έφεραν από την Πόλη. Π αρόμοιες νυφιάτικες κασέλες, που  εμείς τις λέμε  φιλντισένια  μπαούλα, οικογενειακά κειμήλια  σώζον  ται και  από άλλες σιατιστινές οικογ ένειες εδώ και σ’ άλλες ελληνικές πόλεις. Άλλη διήγηση της γιαγιάς μου :  Περιμένοντας τους δικούς της από ένα δύσκολο ταξίδι η Δέσπω , η  νινιέ της γιαγιάς μου της Δέσπως, που είχε και το όνομά της, καθώς κα ι τα  παιδιά της πληροφορήθηκαν  πως σε νεροποντή παρασύρθηκε και πνίγηκε ο  άντρας της ο Γιαννα κός. Πικρό μαντάτο για όλη τη Σιάτιστα. 

Μαύρες οι ώρες και οι μέρες της  αναμονής. Ανέβαινε η νινιέ (η μεγάλη γιαγιά) ως το περιβόλι τους στο λόφο  4  του Αγίου Χριστοφόρου και παρακαλούσε να δώσει ο Άγιος ν’ ακούσει τον  ήχο απ’ τα κουδούνια  του Καραβανιού τους . Στραμμένη  προς Γρεβενά και  Γιάννενα φώναζε, έσκουζε, καλούσε το όνομα του άντρα της και της παρέας  τους, μήπως πάρει κάτι για απάντηση. 

Ξημεροβραδιάζονταν στο περιβόλι. -« Ιάννη, μπρε Ιάννη, πού είσι»; Ρωτούσε τον ήλιο, το φεγγάρι, τα πουλιά και τον αέρα. Καμιά απάντηση. Κάποια  στιγμή  ένας  χωριανός  που  δούλευε  στα  χωράφια  ήρθε  βιαστικός, για να της πάρει τα συχαρίκια πως έρχονταν οι δικοί της. Η νινιέ,  πριν ακούσει τα νέα, ζήτησε να φάει ένα κομμάτι γλυκό κολοκυθίσιο, για να  ’χει κουράγιο ν’ αντιμετωπίσει  «το πικρό γεγονός» που θα μάθαινε για τους  δικούς της. Έπρεπε να σταθεί στα πόδια της». Συνάμα συμβούλεψε και τους  σπιτικούς της: - «Φάτε κι εσείς κάτι, για να ’χουμε δύναμη να κλάψουμε τον αφέντη  μας». Έδωσε ο  Θεός και γύρισαν ταλαιπωρη μένοι, αλλά όλοι ζων τανοί.  

Αυτό είναι ένα αξέχαστο «λάθος σινιάλο» από τη ζωή του κυρατζή,  του  Γιαννάκη Δημ. Γιαννακού.




siatistanews.gr
 
 
 
*Αναδημοσίευση 2019 





https://news.google.com/publications/CAAqBwgKMKTBmwsw6MuzAw?hl=el&gl=GR&ceid=GR%3Ael