Τελευταια Νεα

6/recent/ticker-posts

Οι δικοί μας άνθρωποι, επαγγέλματα στη Σιάτιστα: «Χαλκουργός» Το πάθημα της Παρασκευούλας

Γράφει η κ. Άννα Γκουτζιαμάνη - Στυλιανάκη

Το πάθημα της Παρασκευούλας,  βοηθού του χαλκουργού πατέρα της Ν. Π. Καρακουλάκη, στη Φούρκα  της Χώρας ,  δεκαετία του ’20.

Είχαν  τελειώσει  στο  χαλκ ουργείο  του  ο  μπαρμπα - Νικόλας  ( ο  Μπάκας) και η κόρη του Παρασκευούλα μια παραγγελία νυφιάτ ικη και  έπρεπε η Παρασκευούλα να κουβαλήσει στο σπίτι της νύ φης μόνη της όλα  τα χαλκώματα ( ζώο δεν είχαν), που ετοίμασαν με μεράκι και πολλή τέχνη.  

Έλαμπαν οι κατακόκκινοι πάτοι από τα σινιά, τα χαρανιά και τους ταβάδες.  Άστραφταν τα επικασσιτερωμένα μαγει ρικά σκεύη. Στο σπίτι της νύφης τα  πήγαιναν  λίγο  πριν  το  γάμο,  όταν  απλώνονταν  η  προίκα  μ’  όλα  τα  προσυμφωνηθέντα και καταγεγραμμένα στο προικοσύμφωνο του αρραβώνα.

Φορτώθηκε  η  Παρασκευούλα  τα  μικρότερα  σκεύη  και  τα  πήγε  κάνοντας 2 - 3 δρομολόγια. Την πήρε τ ο σκοτάδι της νύχτας κι άφησε το  χαρανί  και  το  σινί  για  την  επομένη.  Το  πρωί  που  ξύπνησαν  είδαν  τη  Σιάτιστα κάτασπρη. Όλη τη νύχτα έριξε «ένα μπόι» χιόνι. Προβληματίστηκε  η  Παρασκευούλα:  «Πώς  θα  κουβαλήσω  και  τα  υπόλοιπα»  σκέφτονταν.  «Πολύ κουράστηκα χτες  το βράδυ. Οκάδες το μπακίρι που δουλέψαμε.  Κρίμα που δεν πρόλαβα να παραδώσω όλη την παραγγελία».

Όμως καμιά αναβολή  δεν χωρούσε. Ανέβηκαν με δυσκολία στο  χαλκουργείο τους στη Χώρα. Μπροστά ο πατέρας, σχίζοντας το χιόνι κι  ανοίγοντας  δρόμο  με  τις  πατημασιέ ς  του  στην  Παρασκευούλα,  που  ακολουθούσε. Ο χιονιάς αγρίευε και τ’ ανεμοσουρίγματα απειλούσαν όσους  έβγαιναν απ’ τα σπίτια τους. Μπαρμπουλώθηκε πάλι η Παρασκευούλα.  Φορτώθηκε και ξεκίνησε για τη Γεράνεια. Ψυχή στο δρόμο. Ολομόναχη με  το φορτιό της έφτασε σ τον Άγιο Μηνά και προσπαθούσε να πάρει την  κατηφόρα. Τα παγωμένα χέρια της έχασαν τη δύναμή τους. Κιτρίνισαν και  κοκάλωσαν. Το σινί της ξέφυγε. Γλιστρούσε  κι έφευγε πάνω στο χιόνι  ασταμάτητα κι αυτή φορτωμένη προσπαθούσε να το φτάσει, παραπατώντας  στο χιόνι με την ανεμοθύελλα να  λυσσομανά.

Δεν μπορούσε να πάρει  ανάσα. Δεν έβλεπε μπροστά της. Κι ο νους της πήγε να σαλέψει. Τί θα πει στον πατέρα της; Γιατί να  τον στενοχωρήσει και να την μαλώσει; Τί σινί θα  παρέδινε στη νύφη για την προίκα της; Θα το βρει ή θα της το σκεπάσει το  χιόνι;

Μεσ’ την κοσμοχαλασιά και μετά από πολλής ώρας προσπάθεια η  Παρασκευούλα το διέκρινε, σφηνιασμένο στη γωνιά του δρόμου, στο τέλος  της κατηφόρας. Ξεφορτώθηκε το χαρανί, ξεκόλλησε το σινί, το καθάρισε  απ’ το χιόνι μ ε τα χέρια της και δεν πίστευε σ’ αυτό που έβλεπε. Το σινί  ήταν όπως το είχαν δουλέψει με τον πατέρα της. Δεν είχε διπλώσει! Δεν είχε  στραβώσει! Το χιόνι το προφύλαξε! Κάπ οτε έφτασε στο σπίτι της νύφης κι  όλοι απορούσαν με  το τόλμημα και λυπ ούν ταν για την περιπέτεια που  πέρασε. Οι σπιτικοί τη ζέσταναν στο τζάκι. Την περιποιήθηκαν ,  ώσπου να  συνέλθει, της έδωσαν το ανάλογο φιλοδώρημα και της ευχήθηκαν:

- Κι σ’ χαρά σ’. Εκείνη ευ   χαριστήθηκε κι αντευχήθηκε στη νύφη: 
- Καλό βάστηγμα .  Να’ νι του κατώι σ’ κι του κιλάρ σ’ ιουμάτου μ’ όλα τα  καλά.

Στον πατέρα της παράγγειλαν πως, με το καλό, θα τον ξεχρεώσουν  το Μάη, με τυρί που θα κάνουν με γιδοπρόβειο γάλα απ’ τα κοπάδια τους. 

Για πολλά χρόνια αφηγούνταν η Παρασκευούλα την περιπέτειά της  αυτή, κάθε φορά που ήθελε να μάθει σε μας τις μικρότερες πόση δύναμη  κρύβει μέσα του ο άνθρωπος, πόσο δύσκολα έβγαζαν τότε το ψωμί τους μα  και με πόση συνέπεια και μεράκι δούλευαν οι τεχνίτες τότε.




siatistanews.gr
 
 
*Αναδημοσίευση 2019





https://news.google.com/publications/CAAqBwgKMKTBmwsw6MuzAw?hl=el&gl=GR&ceid=GR%3Ael