Τελευταια Νεα

6/recent/ticker-posts

Οι δικοί μας άνθρωποι, επαγγέλματα στη Σιάτιστα των αναμνήσεών μας «Η πλεκτική - Ως γυναικεία απασχόληση»


"Η πλεκτική - Ως  γυναικεία απασχόληση"

Γράφει η κ. Άννα Γκουτζιαμάνη - Στυλιανάκη
 
Στο ράψιμο και το κέντημα το θαύμα γίνεται βελονιά  –  βελονιά. Στο  πλέξιμο το εργόχειρο τελειώνει θηλιά  - θηλιά (πόντο -  πόντο).

Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’50 όλες οι Σιατιστινές ασχο - λούνταν και με τη ν πλεκτική. Τον τίτλο της νοικοκυράς δεν τον έδιν αν σε  όποια δεν ήξερε να πλέκει .  « T α χέρια της νοικοκυράς δεν έπρεπε ποτέ να  μένουν  άδεια»  πίστευαν  κι  εφάρμοζαν  οι  μεγαλύτερες  από  μας.  Όταν  πήγαιναν στη βρύση για να κουβαλήσουν νερό στο σπίτι, κέρδιζαν το χρόνο  τους πλέκοντας ό,τι ήταν βιαστικό και απαραίτητο. Το ίδιο έκαναν στα  νυχτέρια τις μεγάλες νύχτες του χειμώνα ή την ώρα της δήθεν ξεκούρασης  στο χωρατά της γειτονιάς.

Ρούχα κι εσώρουχα για όλα τα μέλη της οικογένειας, βαμβακερά για  το καλοκαίρι, μάλλ ινα για το χειμώνα πλέκονταν από τις γυναίκες ό λων των  ηλικιών με τις βελόνες  πλεξίματος. Για τα στρωσίδια του σπιτιού και τη  διακόσμησή του έπλεκαν με το βελονάκι (τσιγκελάκι), τη φουρκέτα των  μαλλιών  των  γυναικών,  τη  βελόνα  ραψίματος  και  τη  σαΐτα  διάφορα δαντελένια εργόχειρα, σπάνια έργα λαϊκής τέχνης, που τα θαυμάζουμε και  σήμερα.

Στην  προίκα της η νύφη έπαιρνε αναρίθμητες κάλτσες για τους  σπιτικούς  του  γαμπρού.  Αυτές  ήταν  ιδιαίτερα  διακοσμημένες  και  φανταχτερές με τρόπο αξιοθαύμαστο. Τα καλτσάκια για τα μικρά παιδιά, τα  ζακετάκια, τα σκουφάκια, τα κασκόλ και τα γαντάκια τους πλέκονταν με  ιδιαίτερη τέχνη και μεγάλη υπομονή, μια που τα συνόδευε και η μεγάλη  αγάπη για τους μικρούς.

Μικρή ακόμα έδειξα ενδιαφέρον για την πλεκτική. Με εντυπωσίαζε  το πλέξιμο τη ς κάλτσας γύρω γύρω με τις 4+1 βελόνες  να ρίχνουν τη θηλιά  κι η   μια ν’ αντικαθιστά την άλλη. Ήθελα να πλέξω κι εγώ. Η θεία μο υ η  Κατίνα,  που  με  υπεραγαπούσε,  γιατί  δεν  είχε  κορίτσια,  μου  έδωσε τις  πρώτες  βελόνες,  την  κλωστή  κι  άρχισε  να  με  μαθαίνει.  Για  λό γους  ασφάλειας οι βελόνες αυτές δεν ήταν από σύρμ α, όπως οι δικές της, αλλά  2  από   τα μεγάλα φτερά της ουράς  του κόκορά της. Δεν  θυμάμαι αν έμαθα  εύκολα και γρήγορα ή δύσκολ α. Πάντως το πρώτο μου πλεκτό τ o  τελείωσα  και το χρησιμοποίησα γεμάτη χαρά για στρωσίδ ι στα «σπιτάκια και τις  κούκλες» που παίζαμε όλες οι μικρές της ηλικίας μου. Μου άρεσε που το  θαύμαζαν  οι  φίλες  μου  κι  έμαθαν  κι  αυτές  να  πλέκουν  τα  ίδια  και  μεγαλύτερα μικρά πλεκτά. Αργότερα, με την καθοδήγηση των μεγαλυτέρων  και στο σχολειό στο μάθημα τη ς χειροτεχνίας, εξασκηθήκαμε περισσότερο  στην πλεκτική.

 Η καλτσοπλεκτική και η πλεκτική ως επάγγελμα 

Η Βασιλική Γ. Ταφαρλή, σύζυγος Δ . . Φαρμάκη αφηγείται:
«Διέκοψα τη φοίτησή μου στη δεύτερη τάξη του Τραμπάντζειου  Γυμνασίου. Ο πατέρας μου σκέφτηκε πω ς έπρεπε να μάθω κάποια τέχνη.  Στην Αμερική που έζησε χρόνια ως μετανάστης, έβλεπε πως οι γυναίκες  εργάζονταν  κοντά  στους  άνδρες,  στα  εργοστάσια  με  τις  μ ηχανές  και  βοηθούσαν  οικονομικά και αυτές την οικογένεια.

«Δε θέλω να είσαι άτεχνη σ τη ζωή σου» μου έλε γε, «πρέπει  να  μάθεις κάτι που να σε βοηθάει στο νοικοκυριό σ ου και στη τσέπη σου».  Αποφασίσαμε, λοιπόν , και παρακάλεσε ο πατέρας μου  τον Τάκη τον  Κατσίκα, το συμπατριώτη μου από τη Χώρα, που εμπορεύονταν Σιάτιστα  –  Θεσσαλονίκη και μ ου έφερε μια καλτσομηχ ανή. Ευχαρίστως πήγα κι έμαθα  την τέχνη  από την Μαριγώ Τσαφή  –  σύζυγο Παύλου Κουτσέγκου, που την  ευγνωμονώ ως και σήμερα.

Καλτσοπλέχτρες  στη  Σιάτιστα  δούλευαν  και  βιοπορούσαν  τις  οικογένειές τους και πριν τον πόλεμου του ’40, όπως η Μουχτάρη Αλίκη και  άλλες. Στήσαμε  τη  μηχανή  στο  ειδικό  τραπεζάκι,  για  να  είναι  καλά  σταθεροποιημένη την ώρα της εργασία ς, αλλιώς θα έσπαζαν οι βελόνες , που  ήταν πανάκριβες. Βελόνες καλτσομηχανής προμηθευόμουνα από το εμπο - ρικό του Ηλία Αλεξίου, κατάλοιπο από τα προπολεμικά χρόνια.

Η μηχανή  μου δούλευε με 96 βελόνες και ισάριθμες θηλιές. Όταν  έπλεκα τις παιδικές κάλτσες έσφιγγα τη μηχανή, πλησίαζα τις βελόνες και  γίνονταν στενότερες οι κάλτσες. Ανάλογα με τις διαστάσεις των ποδιών  υπολόγιζα και τις αποστάσεις από τις βελόνες. Αυτ ό ήταν μεγάλη τεχνική. 

Έπρεπε οι κάλτσες να ταιριάζουν στο πόδι του καθενός. Μια κάλτσα ήταν  καλοπλεγμένη  –  καλοδουλεμένη, αν δεν είχε αφημένες θηλιές και τρα - βήγματα. Τέλειες κάλτσες μου ζητούσαν, όταν επρόκειτο να τις στείλει η  νύφη με τα  δώρα στο σινί, πριν το γάμο της, σ’ όλους τους σπιτικούς του  3  γαμπρού.  Επίσης  με  ιδιαίτερη  προσοχή  έπλεκα  τα  άσπρο  χολέβια  των  ηλικιωμένων ανδρών που ντύνονταν ακόμα με την παραδοσιακή φορεσιά.

Το  πλέξιμ ο  ξεκινούσε  από  πάνω  ρίχνοντας  πρώτα  τις  θηλιές.  Τελείωνε στη μύτη της κάλτσας. Η δυσκολία ήταν στη φτέρνα και το πέλμα.  Άλλαζα τη σειρά από τις βελόνες τις μεγάλες, που γίνονταν το λάστιχο στο  πλέξιμο κι έβαζα τις μικρές για το «σαντέθ’κο », το απλό πλέξιμο. Ανάλογα  με  το πάχος της βαμβακερής ή της μάλλινης  κλωστής που χρησιμοποιούσα  κανόνιζα τη μηχανή αλλάζοντας το Ν ο στο ειδικό εξάρτημά της. Οι κλωστές  μαζεύονταν σε κώνους από του κουβάρι ή το γκελέπι (ανέμη) μ’ ένα ειδικό  εργαλείο για το γέμισμα του κώνου. Ο κώνος με την κλωστή τοποθετούνταν  επάνω στη μηχανή και στο πλέξιμο η μηχανή τραβούσε την κλωστή προς τα  κάτω.

ε  καλοκαιρινή  μέρα,  απ’  το  χάραμα  ως  το  βράδυ,  έβγαζα  16   ζευγάρια ανδρικές κάλτσες. Η αμοιβή μου ήταν πολύ καλύτερη απ’ το   μεροκάματο που έπαιρναν οι φ ίλες μου στο τσάπισμα του καλαμποκιού. Το  δικό τους μεροκάματο ήταν 12 δραχμές κι εγώ έβγαζα 60. Με καλοτύχιζαν  τα κορίτσια, αλλά και η μεγαλύτερη αδερφή μου, η Άννα, το πρωί που  ξεκινούσαν  για  τα  χωράφια.  Τις  κατανοούσα  απόλυτα.  Γι’  αυτό  στο  διάλειμμα της δουλειάς μου ετοίμαζα το βραδινό φαγητό για τους δικούς  μου,  που  έρχονταν  κατακουρασμένοι  από  τις  αγροτικές  δουλειές.  Τους  ξεκούραζα κάπως και για να μ’ ευχαριστήσουν μου έδιναν τις ευχές τους.

Οι  νοικοκυρές  φρόντιζαν  από  το  καλοκαίρι  να  ετοιμάσουν  τις  κάλτσες του χειμώνα. Καλύτερη πελάτισσά μου  ήταν η Αναστασία Ζήση  Τζιλίνη,    αγορομάνα με του ς 6 γιους κα ι τη μοναχοκόρη της. Κάθε φορά που  τις παρέδινα τη δουλειά, μου φιλούσε τα χέρια, μου έδι νε χίλιες δυο ευχές  και δεν εύρισκε λόγια να μ’ ευχαριστήσει.

- «Μ’ έσωσες», έλεγε. Θα’ χω τα παιδιά μου νοικοκυρεμένα και με  ζεστά πόδια το χειμώνα. Δεν προλαβαίνω το πλέξιμο. Πνίγομαι από τις  δουλειές του αγροτικού σπιτιού. Μ’ απάλλαξες από το μαρτύριο αυτό».  Άλλες   πάλι οικοκυρές έφερναν κάλτσες φθαρμένες κι άλλαζα της  πατούνες  για λόγους οικονομίας και για ν’ αποφύγουν το μπάλωμα.

Όσοι ανέβαινα ν στ’ άλογα μου ζητούσαν κάλτσες στολισμένες στο  λαιμό. Για χάρη τους άλλαζα τη σειρά απ’ τις βελόνες, χρησιμοποιούσα δυο  χρώματα  κλωστή  και  γίνονταν  ρίγες  ή  άλλα  γεωμετρικά  σχήμα τα  πανέμορφα.  Όλοι  με  συγχαίρονταν  κι  εγώ  προσπαθούσα  να  τους  ευχαριστήσω με το παραπάνω.

Στην  καλτσομηχανή  δούλεψα  από  το  1950  ως  το  1958.  Όταν  παντρεύτηκα μου την έδωσαν προίκα. Δούλευα και στη Χώρα. Συνέχισα να  εξυπηρετώ τις  νοικοκυρές, κυρίως για κάλτσ ες βοσκών και ανθρώπων  που  4  εργάζονταν στην εξοχή. Η ανατροφή των παιδιών μου και οι βαριές δουλειές  της κτηνοτροφικής οικογένειας στην οποία ήρθα δεν μου άφηναν πολύ  χρόνο για δουλειά». 

Και συνεχίζει η Βασιλική: «Πολύ  αγάπησα  την  καλτσομηχανή  μου.  Η  δουλ ειά  μου  άφηνε  αρκετά χρήματα. Ήμουνα το μοναδικό μέλος της οικογένειας μου που  έφερνα χρήματα για τις ανάγκες της...

(Η οικονομική άνεση που μου πρόσφερε η τέχνη αυτή μου έδινε τη δυνατότητα να  συνδράμω οικονομικά πέρα από τους δικούς μου  και κάποιους γνωστούς και γείτονες που,  για διάφορους λόγους, αντιμετώπιζαν οικονομική στενότητα, π.χ. μου ζητούσαν δανεικά,  για ν’ αποπληρώσουν γιατρό και φάρμακα, για δικό τους άρρωστο και μου τα επέστρεφαν  όταν ευκολύνονταν, δίνοντας μου μα ζί με τα δανεικά τις ευχαριστίες και τις ευχές τους. ..   2 Το πρώτο μαντώ της Μάνας μου μετά τον πόλεμο τα αγοράσαμε με δικά μου λεφτά. Τα  ρούχα κάθε μέλους της οικογένειας γίνονταν από τις δικές μου οικονομίες. Αλλά και το  νοικοκυριό στο σπίτι μας  γίνονταν όλο και πιο άνετο μετά την καταστροφή των πολέμων.  Εγώ ήμουνα πολύ ευχαριστημένη που μπορούσα και στήριζα με τη δουλειά μου τους δικούς  μου ανθρώπους.)

Μα κυρίως δε θα ξεχάσω την επικοινωνία και την προσωπική επαφή  που είχα με όλον τον κόσμο, που μ’ αγαπούσε για ό,τι  τους πρόσφερα και με  τον τρόπο  που τους αντιμετώπιζα. Στο υπόγειο του σπιτιού μου φυλάγω τη μηχανή κι όλες τις  αναμνήσεις  μου   απ’  την  καλτσοπλεκτική.

Κάπου  κάπου  παίρνω  τις  εγγονούλες μου, τους δείχνω τη μηχανή, που είναι πολύ απλή συγκρίνοντάς  την με την πρόοδο στην τεχνολ ογία και τους διηγούμαι όσα θυμάμαι απ’ τα  χρόνια που τη χρησιμοποιούσα, μαθαίνονταν τες ν’ αγαπούν τη δουλειά».

Σιατιστινές καλτσοπλέχτρες που θυμόμαστε:
1. Αλίκη Μουχτάρη (περιοχή Φούρκας  στη Χώρα)
2. Μαριγώ Τσαφή  –  Κουτσέγκου σε Χώρα και Γεράνεια
3. Βασιλική Ταφαρλή  –  Φαρμάκη σε Γεράνεια και Χώρα
4. Αλεξάνδρα, χήρα Θεοδώρου  Καλαμπούκα, Γεράνεια.



siatistanews.gr

* Αναδημοσίευση 2019


https://news.google.com/publications/CAAqBwgKMKTBmwsw6MuzAw?hl=el&gl=GR&ceid=GR%3Ael