Όλοι κουβαλάμε κάτι που μας βαραίνει...





Ένα μικρό τσίμπημα κάπου απροσδιόριστα πάνω σου.
Το νιώθεις αλλά δεν μπορείς να εντοπίσεις την ακριβή του θέση. Λίγο πιο πάνω, πιο ‘κει, λίγο ακόμη, σου ‘φυγε. Πού πήγε και τρύπωσε το άτιμο; Μα παίρνεις όρκο πως είναι εκεί. Θα το βρεις, πού θα πάει;
Σαν ανεπαίσθητο άγγιγμα, σαν βάρος που σε κρατάει παραπίσω, σαν δεύτερη και τρίτη σκέψη, σαν αναστεναγμός. Ξέρεις πως το κουβαλάς, μα δεν ξέρεις πού το κρύβεις. Δεν ξέρεις κι αν θέλεις να το βρεις. Έμαθες να ζεις μαζί του. Να του αποδίδεις ευθύνες, να το βλαστημάς, να γέρνεις πάνω του όταν οι άμυνές σου πέφτουν στο πάτωμα. Μικρό αγκάθι, μυτερό χαλίκι, άβολη ενόχληση, τη στιγμή που ξεχνιέσαι, αν ξεχνιέσαι.
Έχουν οι άνθρωποι βαρίδια στις τσέπες. Ραμμένα στο εσωτερικό τους γαζί με μπερδεμένες σταυροβελονιές. Να μη λύνονται εύκολα, να μη φαίνονται σε όσους κοιτούν τη μόστρα. Να τις ξέρεις εσύ. Να ξέρεις πως έχεις ατέλειες, πως η φόδρα σου δεν είναι σένια, πως ανά πάσα στιγμή μπορεί να σε προδώσει. Να βγει στην επιφάνεια ή να σκιστεί στα σημεία τα φθαρμένα, τα χιλιοραμμένα με λογής-λογής κλωστές.
Όλοι κουβαλούν κάτι που τους βαραίνει. Τους δυσκολεύει τη διαδρομή, σέρνει τα βήματά τους. Τα κάνει πιο βαριά, πιο αργά, πιο αβέβαια. Λες και είσαι δεμένος με κάτι απροσδιόριστα οικείο και συνάμα αόρατο στα γυμνά μάτια. Συχνά, το ξεχνάς, το προσπερνάς, κάνεις πως δεν υπάρχει. Σου αρέσει να ρουφάς τζούρες αέρα και να λογίζεσαι ελεύθερος. Ελεύθερος από ευθύνες, από πληγές, από φαντάσματα.
Κι έπειτα μία ανάμνηση, μια κατάσταση, ένα όνειρο, μια συζήτηση κι ανάβει το φυτίλι. Αλυσιδωτές αντιδράσεις διαδέχονται η μία την άλλη. Είναι ζήτημα δευτερολέπτων να ανάψει η φωτιά και να σε παρασύρει στα έγκατά της. Έχεις κι εσύ κάτι που σου τρώει τα σωθικά. Μικρό ή μεγάλο, παλιό ή καινούριο, λίγη σημασία έχει. Σημασία έχει πως είναι σημαντικό. Τόσο σημαντικό που αρνείσαι να το αντιμετωπίσεις.
Ίσως φοβάσαι να το δεις, να το φέρεις στην επιφάνεια, να το αγγίξεις. Ίσως πάλι να σε πληγώνει, να μη θες να αφήσεις κάτι να σε ταράξει, να σου χαλάσει την ηρεμία που με κόπο έχτισες. Ίσως να είναι νωρίς ακόμη. Να θες να πάρεις το χρόνο σου, να κρατήσεις τις αποστάσεις σου, να προστατέψεις τον εαυτό σου και να κλείνεσαι πίσω από τείχη που σε κρατούν ασφαλή.
Μπορεί να είσαι πολύ περήφανος για να δείξεις πως έχεις κι εσύ τρωτά σημεία. Πως έχεις κι εσύ κάτι που σε κρατάει ξάγρυπνο τα βράδια, που σε επισκέπτεται στον ύπνο σου, που σου κάνει παρέα τις ώρες που η σκέψη σου βολτάρει ανενόχλητη σε άλλα μονοπάτια. Μπορεί να κουράστηκες, να θες να θαφτεί, να ξεχαστεί. Να μη θυμάσαι.
Όσοι έχουν ανοιχτούς λογαριασμούς πάντα θα κουβαλούν κάτι που τους βαραίνει την ψυχή. Κάτι που τους συντροφεύει στο τελευταίο τσιγάρο της μέρας, σε εκείνη την επιστροφή στο σπίτι αργά το βράδυ, σε εκείνο τον κόμπο χαμηλά στο στομάχι. Είναι αυτό το κάτι που όσο παλεύεις να το ξεχάσεις, τόσο πιο δυνατό επιστρέφει να σου θυμίσει την ύπαρξή του.
Πόσο τυχεροί όσοι με τη λήθη γίνανε φίλοι.
Πόσο καταδικασμένοι να επαναλάβουν τα ξεχασμένα λάθη τους.

Της Κατερίνας Χήναρη
 

Πηγή: astropedia.gr


 apotis4stis5.com